Σάββατο, 24 Αυγούστου 2019

«Αντισταλινικός» αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός και αήθης συκοφαντική δυσφήμιση…


«Αντισταλινικός» αντισοβιετισμός-αντικομμουνισμός και  αήθης συκοφαντική δυσφήμιση…
Του Δημήτρη Πατέλη. 23.8.2019

Υπάρχουν ορισμένες ενέργειες και συμπεριφορές, που προκαλούν θλίψη, απογοήτευση και οργή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, εάν συνιστούν απλή διαπροσωπική σύγκρουση, μάλλον δεν έχει νόημα να ασχολείται κανείς με την ιταμότητα κάποιου προπέτη, αφήνοντάς τον εκτεθειμένο στην απρέπειά του. Ωστόσο, στην περίπτωση που με οδήγησε σε αυτή την κριτική παρέμβαση, η αντιπαράθεση –πέρα από την προσβολή στο πρόσωπό μου– αφορά και κομβικά ζητήματα της θεωρητικής και ιδεολογικής αντιπαράθεσης, συνδέεται με διαδεδομένες σε κάποιους κύκλους της αριστερής διανόησης απόψεις, ιδέες, στάσεις ζωής και συμπεριφορές. Ακριβώς αυτή η διάσταση της συμπύκνωσης σε μια επιμέρους αντιπαράθεση τουλάχιστον δύο εκ διαμέτρου αντίθετων κοσμοθεωρητικών αντιλήψεων, με οδήγησε τελικά στη συγγραφή αυτού του κειμένου.  
Ο κ. Γιώργος Ρούσης απαντώντας σε πρόσφατη παρέμβασή μου στο διαδίκτυο (στον «τοίχο» μου στο facebook) περί της οργανικής σχέσης μεταξύ αντισοβιετισμού και αντικομμουνισμού, προέβη 22.8.2019 σε 2 αφοριστικά σχόλια.
Αφοριστικό σχόλιο 1ο : «Πας υπερασπιζόμενος την άποψη ότι στην ΕΣΣΔ και δη της σταλινικής περιόδου είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό, αντικειμενικά προβαίνει στον έσχατο αντικομμουνισμό». Αυτό αποτελεί συνέχεια επί το υβριστικότερον προηγούμενου αφορισμού του: «Για μένα δεν είχαμε να κάνουμε με σοσιαλισμό πρώιμο η μη Εξ ου και δεν με απασχολεί να αποδείξω όπως εσείς αν ίσχυε η όχι σε αυτές τις χώρες ο νόμος της αξίας υπό την καθαρή του μορφή».
Αμφότεροι οι αφορισμοί συνιστούν εύγλωττη απόδειξη μιας διαδεδομένης και εδραιωμένης σε κάποιους κύκλους ιδεολογικής/δογματικής εμπλοκής, που οδηγεί σε μυστικιστικό αγνωστικισμό, τουλάχιστον αναφορικά με το γνωστικό αντικείμενο που συνιστούν οι κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού. Όπως έχω επισημάνει και αλλού, με απλά λόγια αυτό σημαίνει: βαφτίζω μια ιστορική περίοδο που σημάδεψε τη ζωή εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων (τόσο στις χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού όσο και παγκόσμια) ως ανύπαρκτη («μη σοσιαλισμό», «ακάθαρτο, μιαρό, ανύπαρκτο, κρατικό καπιταλισμό» κ.ο.κ.) και δια του εξορκισμού δεν το θεωρώ απλώς ΕΚΤΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ, ΠΕΡΑΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΤΗΤΟΥ, αλλά και συλλήβδην ΑΝΑΞΙΟ ΛΟΓΟΥ!
Το μόνο βέβαιο είναι ότι τέτοιοι αφορισμοί-εξορκισμοί, δεν έχουν την παραμικρή σχέση όχι μόνο με το μαρξισμό, αλλά και με την όποια σοβαρή αστική επιστήμη. Αποτελούν τυπική περίπτωση θεολογικού σκοταδισμού μεσαιωνικού τύπου, που πλασάρεται ως «σύγχρονη επαναστατική διανόηση». Εγγράφονται δε πλήρως στα αγοραία προπαγανδιστικά αντικομμουνιστικά σχήματα της αστικής τάξης. Η μόνη διαφορά του κ. Γ. Ρούσση από τα τελευταία, είναι ότι επενδύει τη στάση του με δήθεν προσήλωση στον κομμουνισμό! Το τελευταίο στοιχείο –χαρακτηριστικό για ορισμένους κύκλους της αριστεράς διανόησης του αφηρημένου «αντικαπιταλισμού» καθιστά παρόμοιους αφορισμούς εξαιρετικά επικίνδυνους για τη νεολαία.
Η όλη «προβληματική» παρόμοιων αφορισμών εδράζεται σε κάποιες άδηλες, άκρως μεταφυσικές προκείμενες. Ιδού μερικές από αυτές ενδεικτικά: «Η ΕΣΣΔ (και οι περισσότερες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού) ηττήθηκε, άρα είναι μάταιο να ταυτίζεσαι με τους ηττημένους». «Ο ηττημένος είναι εξ ορισμού φαύλος». «Η φαυλότητα = μη αυθεντικότητα». «Κριτήριο αυθεντικότητας είναι η συμφωνία/ασυμφωνία της υπαρκτής σοσιαλιστικής οικοδόμησης με ορισμένο “ιδεώδες-ιδανικό”, δηλ. με ορισμένη αντίληψη περί σοσιαλισμού/κομμουνισμού που εμπεριέχεται σε κάποια θεωρία, ή/και ιδεολογία (ιδεοληψία, δόγμα, συλλογή χωρίων 2-3-4-5-6 κ.λπ. κλασικών της αρεσκείας μας), στα ιδεολογήματα περί «δημοκρατικού σοσιαλισμού», «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» της εκφυλισμένης σοσιαλδημοκρατίας και του ευρωκομμουνισμού, στα ουτοπικά/ανιστορικά αντιγραφειοκρατικά σχεδιάσματα «αμεσοδημοκρατίας» & γραμμικής/ακαριαίας, άνευ όρων και ορίων «κατάργησης του κράτους την επομένη της επανάστασης κ.ο.κ.». «Ήττα = φαυλότητα = δυσφήμιση σοσιαλισμός/κομμουνισμός = ακαριαίος νικητής και γραμμικά εσαεί τροπαιούχος, χωρίς αντιφάσεις». «Ο υπαρκτός σοσιαλισμός είχε αντιφάσεις και ηττήθηκε ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ όποιος το αποκαλεί σοσιαλισμό = έσχατος αντικομμουνιστής»! Εξυπακούεται ότι οι προκείμενες αυτές υποδηλώνουν εκδοχές δογματικής μεταφυσικής εσχατολογίας θρησκευτικού τύπου, παντελώς ξένες με τη διαλεκτική της πραγματικής αντιφατικότητας της νομοτελούς ιστορικής ανάπτυξης.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πολλοί από τους ανανήψαντες νυν πολέμιους του πρώιμου σοσιαλισμού που εμφορούνται σήμερα από αντισοβιετικό μένος, όταν η ΕΣΣΔ έδειχνε ακλόνητη υπερδύναμη και η αριστερά ήταν ισχυρή, ήταν τόσο δογματικά απολογητικοί υπέρ της, που πρωτοστατούσαν σε διώξεις εναντίον όσων προέτασσαν κριτική-διαλεκτική διερεύνηση των αντιφάσεων και των νομοτελειών της… Είναι άλλωστε διαπιστωμένη η νομοτέλεια: ο δογματικός που προσκρούοντας σε προβλήματα, θα θέσει εν αμφιβόλω τα δόγματά του, περνά με μεγάλη ευκολία στον αναθεωρητισμό/σκεπτικισμό, εάν όχι και στο μηδενισμό…  
Για αυτό τον θεολογικό μυστικισμό, κατά κανόνα, το ιδεώδες δομείται ως απόλυτη άρνηση του καπιταλισμού, ως αφηρημένος αντικαπιταλισμός. Άπαξ και αυτή η ουτοπική/μεταφυσική απόλυτη άρνηση δεν επετεύχθη στα πραγματικά ιστορικά εγχειρήματα γραμμικώς και ακαριαίως, αξίζει μόνο απόρριψη, αφορισμό και ανάθεμα! Έχοντας ως ιδεώδες αναφοράς την υποστασιοποίηση της απόλυτης άρνησης του καπιταλισμού (που, όπως κατέδειξε ο Μαρξ στην κριτική του μικροαστικού σοσιαλισμού του Προυντόν, συνιστά εξιδανικευμένη εικόνα ενός καπιταλισμού χωρίς αντιφάσεις/αρνητικά στοιχεία), ο φορέας αυτής της εσχατολογικής θεολογίας κατακρημνίζεται απ’ τα σύννεφα, μόλις πληροφορείται ότι τα πραγματικά επαναστατικά σοσιαλιστικά εγχειρήματα, δεν προσκρούουν απλώς σε αντιφάσεις, αλλά –στο βαθμό που δεν τις επιλύουν έγκαιρα και αποτελεσματικά- μπορούν και να ηττηθούν, να ανατραπούν από την αστική αντεπανάσταση! Έτσι ο μυστικιστής αυτού του τύπου προβαίνει σε απόλυτη άρνηση και του υπαρκτού σοσιαλισμού! Η αντιδιαλεκτική του φύση δεν αντέχει τις αντιφάσεις. Παραδέρνει λοιπόν ανάμεσα σε δύο απόλυτες αρνήσεις: του υπαρκτού καπιταλισμού και του υπάρξαντος σοσιαλισμού. Ορισμένοι δεν αντέχουν αυτά τα βάσανα της –κατά Χέγκελ– «δυστυχισμένης συνείδησης» και επιλέγουν τελικά την απόλυτη άρνηση του σοσιαλισμού/κομμουνισμού, βολεύονται με συμβιβασμό με την κυρίαρχη τάξη πραγμάτων, αλλάζουν στρατόπεδο και ανταμείβονται με σταδιοδρομίες, αξιώματα κ.λπ. Κάποιοι άλλοι, της ίδιας κατηγορίας «δυστυχισμένης συνείδησης», μετατρέπουν τη Σκύλα και τη Χάρυβδη των παραπάνω δύο απόλυτων αρνήσεων σε πεδίο ιδιότυπης εσωστρεφούς και αυτοαναφορικής «ταυτότητας», στο πνεύμα του «μεταμοντέρνου»… Με άλλα λόγια, «λύνουν τις αντιφάσεις» όχι με επαναστατική έρευνα και δράση, αλλά με «βαφτίσια», με λεκτικά υποκατάστατα-υπεκφυγές, με καταφυγή σε μια «εικονική-συμβολική» πραγματικότητα/ταυτότητα, που γίνεται «ύφος» και τελικά «μανιέρα»… Έτσι απαλείφεται στην πράξη η επαναστατική προοπτική, εκφυλίζεται σε «πουκάμισο αδειανό»…
Για τους φορείς αυτής της μεταφυσικής η κριτική της ΕΣΣΔ και του πρώιμου σοσιαλισμού μπορεί να είναι μόνον απόλυτα αρνητική-απορριπτική: «αυτές δεν είναι ούτε κατ’ όνομα σοσιαλιστικές»! Θυμάμαι στέλεχος του ΝΑΡ να μου εκμυστηρεύεται με υπαρξιακή αγωνία: «ακόμα και εάν ήταν σοσιαλισμός αυτό, εμείς δεν πρέπει να το λέμε»! Ο κ. Ρούσης, οδηγώντας στα άκρα αυτή την υπαρξιακή αγωνία της «δυστυχισμένης συνείδησης», σπεύδει να προγράψει αφοριστικά ως «έσχατο αντικομμουνιστή» όποιον αποκαλεί την ΕΣΣΔ πρώιμο σοσιαλισμό! Βάσει αυτής της μεταφυσικής, εκατομμύρια άνθρωποι που αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και αυτοθυσία απαράμιλλη στην ΕΣΣΔ, στις άλλες χώρες του πρώιμου σοσιαλισμού και στο παγκόσμιο επαναστατικό κίνημα για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, για την προοπτική του κομμουνισμού «και δη κατά τη σταλινική περίοδο», «αντικειμενικά προέβαιναν στον έσχατο αντικομμουνισμό»! Εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, από την αντεπαναστατική «περεστρόικα», με το καθεστώς της ληστρικής ολιγαρχίας του κεφαλαίου (υπό το Γιέλτσιν και στη συνέχεια υπό τους Πούτιν και Μεντβέντιεφ) να επιδίδεται σε μια πρωτοφανή εκστρατεία αποσοβιετοποίησης – αποσταλινοποίησης - αποκομμουνιστικοποίησης, με όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς, την εκπαίδευση, τα ΜΜΕ να χύνουν τόνους κατασυκοφάντησης και λάσπης στην ιστορία της ΕΣΣΔ, ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Με τις επίσημες δημοσκοπήσεις, οι λαοί της νυν Ρωσίας και των λοιπών χωρών της τ. ΕΣΣΔ νοσταλγούν την τελευταία και τη θεωρούν πατρίδα τους σε ποσοστά 65-70%! Τα δε ποσοστά όσων θεωρούν το Στάλιν υποδειγματικό ιστορικό ηγέτη είναι ακόμα υψηλότερα! Θα βρεις εκεί παιδιά εικοσάχρονα να ισχυρίζονται με πάθος ότι πατρίδα τους είναι η ΕΣΣΔ και ο σοσιαλισμός! Όλοι αυτοί είναι «αντικομμουνιστές» κ. Ρούση επειδή δεν συμμερίστηκαν ή/και δεν συμμερίζονται τη σοφία σας;
Ως πότε θα αναλίσκεται ορισμένου τύπου καθ’ ημάς αριστερά στο να διδάσκει «αφ’ υψηλού» τους άλλους για το πώς θα έπρεπε να έχουν κάνει ή να κάνουν την επανάστασή, για το πώς θα πρέπει να εκτιμούν την ιστορική εμπειρία τους, βάσει αφηρημένων ανιστορικών σχημάτων μας, έχοντας κατά κανόνα άγνοια πρωτογενών πηγών;  
Έχει άραγε ανάγκη ο κομμουνισμός τέτοιας «υπεράσπισης» και τέτοιων «υπερασπιστών»;
    

Αφοριστικό σχόλιο 2ο :
«Επίσης όποιος δεν δέχεται τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν, και μάλιστα την υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του, και συνεπώς έμπιστος του, δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού. Οπότε και οι εναντίον μου χαρακτηρισμοί εκ μέρους του εκτιμώ ότι με τιμούν ιδιαιτέρως».
Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο σκέλος του εν λόγω σχολίου που αφορά «τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της σύγχρονης Ρωσίας του Πούτιν». Κατ’ αρχάς, όπως και στο πρώτο σχόλιο, και εδώ είναι έντονα παρούσα η αστική αντίληψη της ιστορίας. Η ιστορία χωρών και λαών προβάλλει ως δημιούργημα ή/και κτήμα «μεγάλων προσωπικοτήτων», στις οποίες ο αστικών/μικροαστικών αντιλήψεων νους αποδίδει θετικές και αρνητικές ιδιότητες, καλά και κακά χαρακτηριστικά (λεπτομερέστερα βλ. κλασική κριτική παρόμοιων μεταφυσικών απόψεων στο: Μαρξ Κ. Η αθλιότητα της φιλοσοφίας). Βάσει αυτής της σοφίας, η ΕΣΣΔ επί μακρόν ήταν δημιούργημα/κτήμα του «δολίου» Στάλιν, εξ ου και τα περί «σταλινικής περιόδου», «σταλινισμού» και όλα τα καλούδια που εγγράφονται πλήρως και στα αστικά αντιδραστικά περί ολοκληρωτισμού ιδεολογήματα. Με αντίστοιχη επιστημονική εμβρίθεια η σοφία αυτή καταπιάνεται και με τη νυν κεφαλαιοκρατική Ρωσική Ομοσπονδία. Και στις δυο περιπτώσεις, δεν εξετάζει την εκάστοτε συγκεκριμένη ιδιοτυπία της κλιμάκωσης της σχέσης επανάστασης – αντεπανάστασης, της νομοτελούς αντιφατικότητας των σχέσεων παραγωγής, του τρόπου παραγωγής, της κοινωνικής/ταξικής διάρθρωσης, της θέσης και του ρόλου στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων κ.λπ. Τίποτε τέτοιο. Απλώς, τότε είχαμε το Στάλιν, τώρα τον Πούτιν! Ο Στάλιν ήταν «αιμοδιψής δικτάτωρ», ο Πούτιν κάτι παρόμοιο, ανάμικτο με κάποιες επαγγελματικές δεξιότητες του πράκτορα της πάλαι ποτέ KGB! Κατ’ εικόνα και κατ’ ομοίωση της περί των ηγετών της εικόνας/προκατάληψης οφείλει είναι –βάσει αυτής της σοφίας– και η κοινωνία. Ομολογουμένως βολικό σχήμα στην αφέλεια/δολιότητά του…
Δεν είναι της παρούσης η ενδελεχής κριτική αναφορά σε αυτού του τύπου αγοραία ιδεολογήματα. Επισημαίνω απλώς, ότι για την επιστημονική μαρξιστική προσέγγιση ο ρόλος της όποιας προσωπικότητας στην ιστορία, όσο σημαντική και αν είναι αυτή, όσες ιδιότυπες ατομικές ιδιότητες και χαρακτηριστικά και αν διαθέτει, δεν μπορεί να είναι καθοριστική. Στη θέση της διάγνωσης των αντικειμενικών, ουσιωδών και ιστορικά συγκεκριμένων προσδιορισμών της κοινωνίας, σε αυτά τα ιδεολογήματα τίθενται τα υποκειμενικά χαρακτηριστικά της επιφανειακής εικόνας που καλλιεργείται και διαδίδεται για τον εκάστοτε ηγέτη. Ωστόσο, είναι διαδεδομένη η περιοδολόγηση της ιστορίας βάσει ηγετικών προσωπικοτήτων, ιδιαίτερα στην αγοραία αστική ιστοριογραφία και δημοσιολογία/δημοσιογραφία.
Αυτό το αγοραίο σχήμα είναι ιδιαίτερα βολικό σε ορισμένους κύκλους για την ανάδειξη δύο βασικών περιόδων στην ιστορία της ΕΣΣΔ και της Ρωσίας: του γίγνεσθαι της επαναστατικής διαδικασίας οικοδόμησης του πρώιμου σοσιαλισμού και του γίγνεσθαι της αντεπαναστατικής διαδικασίας διάλυσης των κεκτημένων του πρώιμου σοσιαλισμού, διαμόρφωσης και εδραίωσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής στα ερείπια της ΕΣΣΔ. Βολικό καθ’ ότι οι θιασώτες του δεν μπαίνουν καν στον κόπο να διαγνώσουν στοιχειωδώς αυτές τις διαδικασίες. Άλλωστε, τι να διαγνώσουν φορείς ιδεολογημάτων σαν αυτά του κ. Ρούση; Είναι άραγε εις θέση να διακρίνουν τις διαφορές μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης; Μπορούν άραγε να εξηγήσουν γιατί δόθηκε τέτοιος λυσσαλέος αγώνας από τις παγκόσμιες δυνάμεις του κεφαλαίου για την ανατροπή και διάλυση του «ανύπαρκτου σοσιαλισμού», ενός «ιδιότυπου εκμεταλλευτικού καθεστώτος», δηλ. ενός «κρατικού καπιταλισμού»!
Εδώ, όποιος καταπιαστεί στοιχειωδώς σοβαρά με το θέμα, έχοντας ως βάση αναφοράς την πραγματική ιστορία και όχι τις ιδεοληψίες του, θα διαπιστώσει ότι δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε οι δυνάμεις του κεφαλαίου ήταν τόσο ηλίθιες για να εμπλακούν σε ένα αδυσώπητο αγώνα εναντίον ενός …ανύπαρκτου αντιπάλου, είτε το δικό τους σχήμα είναι αντίστοιχης διανοητικής εμβέλειας και επιστημονικότητας! Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι οι δυνάμεις του κεφαλαίου μάλλον δεν είναι και τόσο ηλίθιες… Άρα;
Γιατί να το παιδεύουν λοιπόν; Η όλη διαδικασία είναι για αυτούς μια μπερδεμένη γραμμική-εξελικτική πορεία ανάμεσα σε δύο δικτατορίες: από το Στάλιν στον Πούτιν και ξοφλήσαμε! Είναι μάλιστα τόση η εμμονή τους στο ανόητο σχήμα, που συχνά παρουσιάζουν την «γραφειοκρατία της ΕΣΣΔ» ως συλλογικό κεφαλαιοκράτη-εκμεταλλευτή, που με την αντεπανάσταση απλώς εξατομικεύτηκε κάπως και τελείωσε η υπόθεση! Απλώς άλλαξε λοιπόν ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς! Τόσο απλά! Εάν η πραγματικότητα αντιφάσκει με τα ιδεολογήματα/σχήματά τους, τόσο το χειρότερο για τα γεγονότα!     
Είναι διαδεδομένη στην αστική πολιτική, γεωπολιτική και διπλωματία η τάση αν όχι ταύτισης, τουλάχιστον θεώρησης υπό το πρίσμα μιας γραμμικής συνέχειας της ΕΣΣΔ επί Στάλιν και της νυν Ρωσίας υπό τον Πούτιν. Οι αστοί πολιτικοί και δημοσιογράφοι/δημοσιολόγοι, χάριν αυτού του βολικού στερεοτύπου, στον γεωπολιτικό τους οίστρο (λόγω του κλιμακούμενου Γ’ Παγκόσμιου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου), είναι ικανοί να αποδίδουν «κομμουνιστικές ιδιότητες» στον αντικομμουνιστή-νεοφιλελεύθερο Πούτιν και στη σημερινή κεφαλαιοκρατική Ρωσία… Θέση που –για τους λόγους που προαναφέραμε- αναπαράγεται σε διάφορες μορφές και σε κύκλους παρόμοιας νοητικής εμβέλειας αριστεράς... Θέση εξαιρετικά βολική για τη νωθρότητα του νου, δεδομένης της απουσίας επαναστατικής κοινωνικής θεωρίας & μεθοδολογίας ικανής να διακρίνει συγκεκριμένα ιστορικά τη διαφορά μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης...
Είναι άραγε ιμπεριαλιστική η σύγχρονη Ρωσία; Η επιστημονική διακρίβωση της θέσης και του ρόλου της νυν κεφαλαιοκρατικής Ρωσίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, θέσεων και ρόλων, απαιτεί ειδική μελέτη, ιδιαίτερα στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας.
Το εάν μια χώρα είναι ιμπεριαλιστική ή μη, δεν επαφίεται σε υποκειμενικές προτιμήσεις. Δεν εξαρτάται από το εάν ο ηγέτης του πολιτικού προσωπικού της αστικής τάξης της διετέλεσε στέλεχος της KGB, ούτε και από τη γεωγραφική της θέση. Εξαρτάται από τη συγκεκριμένη ιστορικά θέση και το ρόλο του μονοπωλιακού κεφαλαίου, της χρηματιστικής ολιγαρχίας που εδρεύει σε αυτήν, στο εξαιρετικά ανισομερές και αντιφατικό σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας, στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Θέση, η διακρίβωση της οποίας δεν είναι θέμα γούστου ή/και αφορισμών της κερκίδας, αλλά ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ. Τα θέματα του σύγχρονου παγκόσμιου κεφαλαιοκρατικού συστήματος απαιτούν συστηματική έρευνα-ανάπτυξη της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας και κοινωνικής θεωρίας. Για μια προσέγγιση-σχεδίασμα αυτής της μελέτης, βλ. και Δομική κρίση πόλεμος και προοπτικές ανάπτυξης-διεξόδου απ' τα συστημικά αδιέξοδα για τη χώρα και την ανθρωπότητα. Εισήγηση στο 8ου διεπιστημονικό, διαπανεπιστημιακό Συνέδριο του Ε.Μ.Π. και του ΜΕ.Κ.Δ.Ε. του Ε.Μ.Π., Μέτσοβο 22-24.9.2016.
Ο κ. Ρούσης διατείνεται στο αφοριστικό του σχόλιο, ότι εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα και χωρίς συγκεκριμένη ενδελεχή έρευνα τη νυν αστική Ρωσία ιμπεριαλιστικό κέντρο κατά τα ειωθότα, τότε αυτός υποστηρίζει και υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο»! Λες και η όποια απόφανση επί του ζητήματος δεν είναι επιστημονικό ερευνητικό πρόβλημα, δεν απαιτεί διακρίβωση της αλήθειας, αλλά συνιστά «βέβαιο ταξινομικό κριτήριο» για την αποκάλυψη «πρακτόρων που υπηρετούν το ιμπεριαλιστικό κέντρο της Ρωσίας του Πούτιν»! Εκπληκτικό! Ο ισχυρισμός αυτός θα μπορούσε να διδάσκεται ως τυπική περίπτωση παραλογισμού σε μάθημα λογικής για πρωτοετείς!
Ο αφορισμός αυτός του κ. Ρούση (μη τρομάζετε κ. Ρούση, δεν τίθεται εδώ θέμα διαλεκτικής λογικής, αναφερόμαστε σε στοιχειώδεις αρχές της τυπικής λογικής-συλλογιστικής) εμπεριέχει έναν λανθάνοντα «συλλογισμό». Μπορεί να διατυπωθεί σε γενική μορφή ως εξής:
1η προκείμενη: Όποιος δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική, «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της».
2η προκείμενη: Ο Ψ δεν θεωρεί τη χώρα Χ ιμπεριαλιστική.
Συμπέρασμα: Ο Ψ «είναι υπηρέτης του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορας του ηγέτη της»!
Βλέπουμε εδώ ότι η πρώτη προκείμενη του λανθάνοντος «συλλογισμού» Ρούση είναι σύνθετη: περικλείει 1. τη βεβαιότητα του ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της χώρας και 2. τη βεβαιότητα ότι υπάρχουν 2 σύνολα Α & Β, τα μέλη των οποίων ταυτίζονται απολύτως: Α. του συνόλου των ανθρώπων που δεν παραδέχονται αναφανδόν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της χώρας Χ και Β. του συνόλου των ανθρώπων που «είναι υπηρέτες του ιμπεριαλιστικού της κέντρου και πράκτορες του ηγέτη της». Δεν απομένει παρά να μας προσκομίσει ο κ. Ρούσης πραγματολογικά ή/και ερευνητικά στοιχεία από τα πεδία της πολιτικής οικονομίας, της πολιτικής επιστήμης, της κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ψυχολογίας κ.λπ., τα οποία αποδεικνύουν 1. Τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης χώρας και κυρίως: 2. την ταύτιση των συνόλων Α & Β. Όσο και αν κοπιάσει ο κάθε κ. Ρούσης δεν θα επιδαψιλεύσει τέτοια στοιχεία. Παραπάνω ανέφερα αδρομερώς τι χρειάζεται ώστε να προσδιορισθεί αντικειμενικά ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας μιας χώρας. Εδώ, για να διευκολύνω τον λανθάνοντα «συλλογισμό» του κ. Ρούση θα θεωρήσω ότι όντως και ανυπερθέτως, η χώρα Χ τυγχάνει να είναι ιμπεριαλιστική. Απομένει η ταύτιση των συνόλων Α & Β. Τα κριτήρια προσδιορισμού του περιεχομένου αυτών των ταξινομικών συνόλων είναι ποιοτικά διαφορετικά, ανομοιογενή και άνισα, γεγονός που αποκλείει την ταύτισή τους. Η αποδοχή είτε η απόρριψη μιας επιστημονικής ή έστω ιδεολογικής θέσης δεν διασφαλίζει με βεβαιότητα την κοινωνική στάση και δράση ενός ατόμου σε ορισμένη κατεύθυνση. Πολλώ μάλλον, επ’ ουδενί λόγω δεν διασφαλίζει μονοσήμαντα ούτε σε ποιον (κέντρο ή/και ηγέτη) αυτό το άτομο δύναται ή/και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες (πράκτορα κ.ά.) έμμισθες ή/και σε εθελοντική βάση, ούτε και την πρακτική δυνατότητα αποδοχής της παροχής τέτοιων υπηρεσιών εκ μέρους των ενδιαφερομένων (ενδέχεται π.χ. σε συνθήκες μαζικής ανεργίας οι επιθυμούντες να παράσχουν τέτοιες υπηρεσίες να υπερβαίνουν τις δυνατότητες πρόσληψης ή/και αποδοχής εθελοντισμού του εργοδότη)...
Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι αυτός ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση θα μπορούσε επάξια να σταδιοδρομήσει ως εναλλακτική εκδοχή του δημοφιλούς ανεκδότου περί αστυνομικού – οργάνου και μπουζουκιού…
 Εάν ο περί ου λόγος «επιστημονικός συλλογισμός» εφαρμοσθεί για κάθε χώρα του G20, π.χ. για την Τουρκία, εάν κάποιος δεν θεωρεί πάραυτα την Τουρκία ιμπεριαλιστικό κέντρο, τότε αυτός οφείλει να υποστηρίζει και να υπηρετεί αυτό το «ιμπεριαλιστικό κέντρο» και είναι «έμπιστος του κ. Ερντογκάν»! Προφανώς, ο πρωτότυπος ο «επιστημονικός συλλογισμός» του κ. Ρούση ισχύει για πολλές χώρες του G20, όπως: Αργεντινή, Βραζιλία, Ινδία, Ινδονησία, Μεξικό, Νότια Αφρική, Νότια Κορέα…  Ομολογουμένως εξαιρετική επιστημονική άποψη με επωφελή για το κίνημα αποτελέσματα.
Επομένως, εδώ έχουμε τυπική περίπτωση επιχειρήματος με τη μορφή ψευδοσυλλογισμού. Όποιος διατυπώνει παρόμοιους συλλογισμούς: 1. είτε παραλογίζεται ακούσια από αφέλεια, από άγνοια επιστημονική, πραγματολογική και λογική, έχοντας κατά τα λοιπά αγνές προθέσεις, είτε 2. σκαρώνει σοφίσματα, δηλαδή, εκούσια παραβαίνει ως πομπός του ψευδοσυλλογισμού τον ορθό λόγο με την πρόθεση να εξαπατήσει τον δέκτη. Βέβαια εδώ, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κατηγορηματικά συνδυασμό της πρώτης με τη δεύτερη εκδοχή. Ωστόσο, σημασία στην επιστήμη και στο δημόσιο βίο, στην ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση, δεν έχουν τόσο οι προθέσεις, όσο τα πρακτικά αποτελέσματα. Ιδιαίτερα όταν τέτοιοι αφορισμοί εκτοξεύονται από πανεπιστημιακό καθηγητή… 
Μάλιστα, όποιος δεν διαθέτει την ως άνω «λογική σοφία» του κ. Ρούση «δεν δικαιούται να διατείνεται ότι υπηρετεί την υπόθεση του κομμουνισμού»! Άρα, εδώ ο επιστήμονάς μας εισηγείται προς ευρεία χρήση το σοφό αφορισμό του, ως διπλό αξιόπιστο όργανο: ρωσοπρακτορόμετρο και κομμουνιστόμετρο! Δύο σε ένα σε τιμή ευκαιρίας!...
Παρόμοιοι παραλογισμοί και ιδεοληπτικές αυθαιρεσίες θα μπορούσαν να είναι απλώς φαιδροί και διασκεδαστικοί μέσα στην πλήξη του ιδεολογικοπολιτικού τέλματος της χώρας. Ωστόσο, ο κ. Ρούσης εδώ χάνει κάθε μέτρο. Προβαίνει σε χονδροειδή αήθη συκοφαντική δυσφήμιση στο πρόσωπό μου. Αναφέρθηκε δημόσια στο πρόσωπό μου, χαρακτηρίζοντάς με «έμπιστο του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία»!
Είναι ευρέως γνωστό, ότι για βιοποριστικούς λόγους υπήρξα από το 1989 επαγγελματίας μεταφραστής-διερμηνέας (με μπλοκάκι, δελτίο παροχής υπηρεσιών). Πρόκειται για εξαιρετικά περίπλοκη τεχνική εργασία σε πολύ σκληρές και ανταγωνιστικές συνθήκες. Έχω μεταφράσει πολλά επιστημονικά, ιστορικά και άλλα βιβλία και κείμενα και έχω κάνει διερμηνείες σε συνέδρια και σε διαφόρων επιπέδων επαφές και διαπραγματεύσεις. Από το 2001 που έχω πρωτοεκλεγεί ως μέλος ΔΕΠ στο Πολυτεχνείο Κρήτης, απέδιδα βάσει του νόμου και το 15% των όποιων εσόδων μου από την παροχή υπηρεσιών μετάφρασης-διερμηνείας στον ΕΛΚΕ του ΑΕΙ που διδάσκω, μέχρι το τέλος του οικονομικού έτους 2016, οπότε έκλεισα τα βιβλία στην εφορία, δεδομένου ότι σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να προπληρώνω κατά την έναρξη κάθε οικονομικού έτους, ποσά που δεν επρόκειτο να εισπράξω ποτέ λόγω περιορισμένης απασχόλησης.
Μικρή διευκρίνιση: ουδέποτε έχω κληθεί από επίσημους φορείς της ρωσικής πλευράς να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας. Η ρωσική πλευρά υποχρεούται θεσμικά να διασφαλίζει την εκ μέρους της διερμηνεία από διπλωμάτες, υπαλλήλους του δικού της Υπουργείου εξωτερικών. Η ελληνική πλευρά καλεί προς αυτό ελεύθερους επαγγελματίες. Όποτε έτυχε να εργαστώ σε διακυβερνητικό και διακρατικό επίπεδο, πάντα ήμουν προσκεκλημένος να παράσχω υπηρεσίες μετάφρασης-διερμηνείας από την εκάστοτε ελληνική πλευρά. Ουδέποτε από τη ρωσική ή άλλης χώρας.
Με τη λογική του συκοφαντικού αφορισμού του κ. Ρούση, θα μπορούσε κάθε περιστασιακά εργαζόμενος με μπλοκάκι να χαρακτηρισθεί «ύποπτος», «έμπιστος» αν όχι και «πράκτορας» του εκάστοτε εργοδότη του! Υπό αυτή την έννοια, μήπως και κάθε διδάσκων σε ΑΕΙ είναι «έμπιστος υπηρέτης» του εκάστοτε πολιτικού προϊστάμενου Υπουργού στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων; Ο αρχιτέκτων μηχανικός, οι οικοδόμος, ο γιατρός κ.λπ. Ωστόσο, ο κ. Ρούσης στον προαναφερθέντα διαδικτυακό «διάλογο» έχει τερματίσει την εμβέλεια του συκοφαντικού αφορισμού του με ένα συγκλονιστικό «επιχείρημα»: «ο σύντροφός Πατελης έχει μεταφράσει και το βιβλίο η ακριβέστερα τη συνέντευξη αυτοπροβολή του συντρόφου Πούτιν "Σε πρώτο πρόσωπο" στις εκδόσεις Λιβάνη». Όντως, ήμουν ένας εκ των 2 μεταφραστών αυτού του έργου. Δεν το ξέρατε λοιπόν; Εξυπακούεται ότι ο κάθε επαγγελματίας μεταφραστής βιβλίων κ.λπ. είναι κραγμένος πράκτορας όχι μόνο και όχι τόσο του συγγραφέα και της χώρας προέλευσής του, αλλά και των προσώπων π.χ. στο βίο των οποίων αναφέρεται ο συγγραφέας! Νομίζω ότι μετά από την ανακάλυψη αυτή του κ. Ρούση, ο ίδιος θα μπορούσε να εισηγηθεί θαρρετά την μετονομασία του Τμήματος Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου πανεπιστημίου στη γενέτειρά του σε Τμήμα Εμπίστων Πρακτόρων και Υπηρετών της Αλλοδαπής! Τόση φαιά ουσία δεν πρέπει να πηγαίνει χαμένη… Αφορμής δοθείσης, θα σας αποκαλύψω κ. Ρούση ότι μεταξύ άλλων, ως επαγγελματίας μεταφραστής, έχω συμμετάσχει στη μετάφραση και μιας ιστορικής βιογραφίας του Γκειντάρ Αλίγιεφ, ώστε να ρυθμίσετε ξανά το πολυεργαλείο-πρακτορόμετρό σας!   
Αυτά ως προς τον τύπο των εργασιακών σχέσεων που είχα. Επί της ουσίας τώρα της επιστημονικής και πολιτικής μου στάσης, συμπεριλαμβανομένης και αυτής που αφορά τη σχέση μου προς την εκάστοτε πολιτική ηγεσία της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Θα συνιστούσα να δει ο κ. Ρούσης και κάθε ενδιαφερόμενος/-η έστω επιλεκτικά τις εδώ και δεκαετίες δημοσιοποιούμενες προσεγγίσεις μου αναφορικά με την κεφαλαιοκρατία, την αστική τάξη και το πολιτικό προσωπικό της στην Ελλάδα, στη Ρωσία και διεθνώς. Καλό θα ήταν επίσης να δει κανείς το κατηγορητήριο στην παραπομπή μου στο Ανώτατο Πειθαρχικό Δικαστήριο για Πανεπιστημιακούς και την απολογία μου, ώστε να διαπιστώσει ακριβέστερα τι και ποιους υπηρετώ και γιατί έχω διωχθεί… Θα συνιστούσα μάλιστα να δει επισταμένως τη (διόλου κολακευτική από το 1988) στάση μου έναντι της κεφαλαιοκρατικής αντεπανάστασης-παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ και στις υπόλοιπες χώρες του «πρώιμου σοσιαλισμού» και έναντι της νεοπαγούς εκεί αστικής τάξης και του πολιτικού προσωπικού της. Όλα τα υλικά είναι προσβάσιμα και διαθέσιμα (βλ. π.χ. Πατέλης Δ. Για την κλιμάκωση της αστικής αντεπανάστασης στη Ρωσία. ΑΡΙΣΤΕΡΗ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ Νο 4-5, 1994, σελ. 71-97). Ουδέν κρυπτόν και επ' αυτού.
Ενδεικτική αναφορά από το 2006 σε: «ορισμένα χαρακτηριστικά της ηγεσίας της νεοπαγούς αστικής τάξης της Ρωσίας. Η ηγεσία αυτή, αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να χαράξει και να προωθήσει δική της στρατηγική, αρχικά δια της δοκιμής και του λάθους, μέσω της διαπίστωσης ότι στη διεθνή αρένα, ακόμα και ως υποτελής στην πλανηταρχεύουσα υπερδύναμη και στον κόσμο των ισχυρών του κεφαλαίου (βλ. την γλοιώδη περίπτωση Μπ. Γέλτσιν), ήταν αποδιοπομπαία. Η κάθε υποχώρησή της συνοδευόταν από ακόμα πιο απαιτητικές αξιώσεις για υποτέλεια και πλήρη εκποίηση των πάντων. Η νέα γενιά αυτής της ηγεσίας, ανδρώθηκε σε μια θύελλα αλλαγών την οποία όφειλε να διαχειρισθεί προωθώντας την αστική αντεπανάσταση. Κινήθηκε μεθοδικά, λειτουργώντας ως συλλογικός κεφαλαιοκράτης που θέτει κανόνες του παιχνιδιού (πολιτικούς, νομοθετικούς, δημοσιονομικούς, κ.ά.), για να υπερβεί την κατάσταση του πολέμου όλων εναντίον όλων που προέκυψε από την ληστρική ιδιωτικοποίηση της σοβιετικής κληρονομιάς με όρους μαφίας. Έθεσε υπό κρατικό έλεγχο (με την απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών) τους στρατηγικούς τομείς της Ενέργειας και του Στρατιωτικού-Βιομηχανικού συγκροτήματος. Ενίσχυσε την “κατακόρυφη” δομή της εξουσίας με συγκεντρωτισμό που απέτρεψε τον άμεσο κίνδυνο διάλυσης της χώρας, στελεχώνοντας τους νευραλγικούς μηχανισμούς με τους “σιλαβικί”, ανθρώπους με θητεία στις ένοπλες δυνάμεις και ιδιαίτερα στις μυστικές υπηρεσίες. Οι τελευταίοι, έχοντας σημαντικό “πολιτιστικό κεφάλαιο” από τη σοβιετική παράδοση, κοσμοπολίτες τρόπον τινά (λόγω της φύσης της δουλειάς τους) και χωρίς να διακατέχονται από τα σύνδρομα νεοπλουτισμού και ξενοδουλείας των στελεχών της πρώτης αντεπαναστατικής-παλινορθωτικής φρουράς, είναι που εκπόνησαν και έθεσαν σε εφαρμογή τις αλλαγές στην πολιτική της Ρωσίας. Η υιοθέτηση εκ μέρους τους “πατριωτικής” στάσης και ιδεολογημάτων, η εξασθένιση του ακραίου αντικομμουνισμού-αντισοβιετισμού με έμφαση στη “συνέχεια της ένδοξης ιστορίας της πατρίδας”, εδραίωσε την ηγεμονία τους στο εσωτερικό, αδειάζοντας κυριολεκτικά την παραπαίουσα αριστερή αντιπολίτευση. Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο σαφής αμοιβαίος εμπλουτισμός εμπειριών και χειρισμών αυτής της ρωσικής ελίτ με τους Κινέζους ομολόγους της και οι αντίστοιχες εκατέρωθεν διορθωτικές κινήσεις στην ασκούμενη πολιτική. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι διπλωματικές τους κινήσεις και η πειστικότητα του λόγου που άρθρωναν κέρδιζαν τις εντυπώσεις, σε αντιδιαστολή με τις φοβικές-στερεοτυπικές αντιδράσεις των αντιπάλων τους. Ωστόσο, η ηγεσία αυτή δεν μπορεί παρά να εκφράζει σε πολιτικό επίπεδο την αμφίρροπη στάση της νεοπαγούς αστικής τάξης της χώρας. Το κεφάλαιο που είναι διεθνοποιημένο σε σημαντικό βαθμό, με εμπλοκή στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, δεν επιθυμεί κλιμάκωση της ρήξης με τη Δύση, σε αντιδιαστολή με τους εκπροσώπους του κεφαλαίου με πραγματική παραγωγική δραστηριότητα στη Ρωσία, που ακριβώς στην ένταση της ρήξης βλέπουν προοπτική αναδιανομής θέσεων και ρόλων στην παγκόσμια οικονομία. Τα όρια μεταξύ των δύο αυτών συνιστωσών της αστικής τάξης δεν είναι σαφή και η αμφιρρέπεια εκφράζεται και σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας (και με τη σύγκρουση της τάσης του συγκεντρωτικού κρατικού παρεμβατισμού με νεοφιλελεύθερες πολιτικές). Χαρακτηριστική είναι η εμμονή του υπουργού οικονομικών Α. Κουντρίν στην τοποθέτηση του σταθεροποιητικού κονδυλίου της Ρωσίας σε χρεόγραφα ΗΠΑ ακόμα και μετά τον πόλεμο, μεσούσης της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αμφιρρέπεια εκδηλώνεται και ως προς τον προσανατολισμό μερίδων του Ρωσικού κεφαλαίου προς την Ασία ή προς Ευρώπη και Αμερική» (Δ. Πατέλης. Η Υπερκαυκασία και ο εν εξελίξει παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 81, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2008, σ. 157-168).
Έγραφα το 2015: «μετά την αντεπανάσταση και την παλινόρθωση της κεφαλαιοκρατίας, λίγα απέμειναν από τα κεκτημένα του πρώιμου σοσιαλισμού στη σημερινή Ρωσική Ομοσπονδία και στις άλλες χώρες που προέκυψαν από τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι η Ενωσιακή Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία και η «Ευρασιατική Οικονομική Ένωση» (Ρ.Ο., Λευκορωσία, Καζακστάν, Αρμενία) -παρά την περί του αντιθέτου προπαγανδιστική υστερία- δεν συνιστά αναγέννηση της ΕΣΣΔ. Επικεφαλής των ως άνω μορφωμάτων και διαδικασιών βρίσκονται οι δυνάμεις του κεφαλαίου, η νεοπαγής μεν, αλλά αρκούντως εδραιωμένη αστική τάξη. Από την ίδια της τη θέση και το ρόλο που διαδραματίζει στην κοινωνία, οποιαδήποτε αστική τάξη (ευρωατλαντική, πολυεθνική, κομπραδόρικη, εθνική κλπ.), όπως κάθε κυρίαρχη τάξη, ιδιαίτερα σε συνθήκες δομικής κρίσης και πολέμου, χρησιμοποιεί το λαό κατά βάση εργαλειακά, βάσει του πραγματισμού των αρπακτικών ιδιοτελών της συμφερόντων. Γι' αυτό η άρχουσα τάξη έχει στη φαρέτρα των πολιτικών της όπλων ποικίλα σενάρια, μέσα και τρόπους επιβολής των ιδιοτελών της συμφερόντων: «έγχρωμες επαναστάσεις», «δικτυακούς πολέμους», «υβριδικούς πολέμους», «πολέμους δι' αντιπροσώπων» κ.ο.κ. Χάριν αυτών των συμφερόντων, για την υπονόμευση και εξασθένιση των θέσεων των ανταγωνιστών και “εταίρων” της, για την επίτευξη και διασφάλιση συγκριτικών πλεονεκτημάτων στις επόμενες διαπραγματεύσεις-παζάρια, αυτή η αστική τάξη, μπορεί ανερυθρίαστα, αγνοώντας τον κραυγαλέο εκλεκτικισμό, να σκαρώνει “ιδεολογικά μίγματα” με στοιχεία νεοφιλελευθερισμού, αντικομμουνισμού και νοσταλγίας για την ΕΣΣΔ, πατριωτισμού και αυτοκρατορικού μοναρχισμού, νοσταλγίας για την τσαρική λευκή φρουρά με ολίγον βλασοφισμό,[1] ανάμικτο ακόμα και με στοιχεία κανονικού φασισμού. Όλα αυτά εγγράφονται πλήρως στη «λογική» της αστικής πρακτικής και των ιδεολογημάτων του -κατά Πούτιν- «συντηρητικού πραγματισμού»...  Έτσι, η αστική τάξη της Ρωσίας, μπορεί κάλλιστα, κατά το δοκούν, να πυροδοτεί, να στηρίζει, να χειραγωγεί, να υπονομεύει και να καταπνίγει λαϊκά κινήματα χάριν των συγκυριακών της σκοπιμοτήτων. Μπορεί να λησμονήσει τάχιστα τις χθεσινές πατριωτικές κραυγές της, τύπου «Δεν εγκαταλείπουμε τους δικούς μας!», προσφεύγοντας σε πρακτικές δύο μέτρων και σταθμών, όπως η κινούμενη στα όρια της σχιζοφρένειας απόρριψη της εκπεφρασμένης με συντριπτική πλειοψηφία σε δημοψήφισμα (παρουσία διεθνών παρατηρητών) ετυμηγορίας του λαού του Ντονμπάς υπέρ του δικαιώματός του για αυτοδιάθεση, σε αντιδιαστολή με τον εναγκαλισμό της αντίστοιχης ετυμηγορίας του λαού της Κριμαίας!... Μπορεί να προβαίνει σε νομιμοποίηση του καθεστώτος της χούντας του Κιέβου, με την αναγνώριση των αποτελεσμάτων της παρωδίας προεδρικών και κοινοβουλευτικών «εκλογών» βίας και νοθείας σε συνθήκες κανονικού ευρείας κλίμακας τρομοκρατικού πολέμου-εθνοκάθαρσης κατά του ουκρανικού λαού, με τα φασιστικά τάγματα εφόδου να εξαπολύουν πογκρόμ, να καίνε ζωντανούς και να δολοφονούν απροκάλυπτα αντιφρονούντες, παζαρεύοντας τις τιμές της απρόσκοπτης τροφοδοσίας της χούντας με φυσικό αέριο και την ενεργειακή συνεργασία με τους Δυτικούς εταίρους της... Μπορεί να διαβιβάζει απλόχερα στη χούντα του Κιέβου τεράστιες ποσότητες οπλισμού και πολεμοφοδίων από την Κριμαία, για τον εφοδιασμό της φασιστικής «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος κατά των «Ρώσων αδελφών» της στο Ντονμπάς, μπορεί να παρέχει άσυλο και να περιθάλπει στο έδαφός της φασίστες που τρέπουν σε φυγή οι εξεγερμένοι αντάρτες του Ντονμπάς, μπορεί να διασφαλίζει την απρόσκοπτη τροφοδοσία της βιομηχανίας τεθωρακισμένων της χούντας  Κιέβου με κινητήρες ρωσικής παραγωγής, να συμβάλλει στην προώθηση τραπεζικών σχημάτων χρηματοδότησης της «Αντιτρομοκρατικής Επιχείρισης» του καθεστώτος, μέσω παραρτημάτων των τραπεζών της κ.ο.κ. Μπορεί να στέλνει ανθρωπιστική βοήθεια στο Ντονμπάς, αλλά και να καταπνίγει την εξέγερση σέρνοντας (από κοινού με τους Δυτικούς εταίρους της) τους αντάρτες σε εξευτελιστικές διαπραγματεύσεις και συμφωνίες εκεχειρίας, κάθε φορά που αυτοί θριαμβεύουν στα πεδία των μαχών, κατατροπώνουν τον εισβολέα και αποκτούν στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων. Μπορεί επίσης να χειραγωγεί το στρατόπεδο των εξεγερμένων μέσω της διανομής της (ζωτικά αναγκαίας σε συνθήκες πλήρους αποκλεισμού των εξεγερμένων) ανθρωπιστικής βοήθειας, να προβαίνει σε εκκαθαριστικές κινήσεις κατά “ανυπάκουων” κ.ο.κ. Κάθε αστική τάξη μπορεί να τα κάνει όλα αυτά, και πολλά ακόμα, γιατί το ιδιοτελές της συμφέρον την κάνει αδίστακτη… Ο πόλεμος στην Ουκρανία καταδεικνύει ότι η αστική τάξη της Ρωσίας και το πολιτικό προσωπικό της είναι δέσμιοι παγκόσμιων και εσωτερικών οικονομικών, κοινωνικών, πολεμικών, διοικητικών, ιδεολογικών κλπ αντιφάσεων, η επίλυση των οποίων είναι κατ' αρχήν ανέφικτη από αστικές θέσεις. Ο πόλεμος αυτός καταδεικνύει με ταχείς ρυθμούς και ανάγλυφα τους ιστορικούς περιορισμούς της αστικής τάξης, την καθιστά επικίνδυνο αναχρονισμό. Η ίδια η επιβίωση της Ρωσίας και των χωρών που προέκυψαν στο μετασοβιετικό χώρο, η σωτηρία αυτών των λαών και άλλων που δοκιμάζονται από τον ευρωατλαντικό άξονα, είναι ανέφικτη από τις θέσεις του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Είναι ανέφικτη από αυτές τις θέσεις η στοιχειώδης επανεκβιομηχάνιση, μια τομή στην επιστήμη και την τεχνολογία, η μετάβαση της οικονομίας σε πολεμική τροχιά. Ωστόσο, η κυβέρνηση της Ρωσίας, συνεχίζει σήμερα με εμμονή την πολιτική των ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποιήσεων σε ό,τι απέμεινε από τον δημόσιο τομέα, ενώ κόπτεται για την «τίμια» τήρηση των αρχών του ΠΟΕ στον οποίο έχει σύρει τη χώρα (δηλ. υπέρ της απρόσκοπτης κυριαρχίας των πλέον επιθετικών κύκλων του παγκόσμιου κεφαλαίου), υπαναχωρεί από τα κεκτημένα επί ΕΣΣΔ συγκριτικά πλεονεκτήματα στην επιστήμη, επιβάλλοντας την καταστροφική για την παιδεία «διαδικασία της Μπολόνια» σε βάθος μεγαλύτερο απ' ότι αυτή έχει επιβληθεί σε χώρες της ΕΕ, κ.ο.κ... Το αναντίστοιχο αυτής της πολιτικής (αλλά και όλων των πολιτικών και ιδεολογικών δυνάμεων που δεν προτάσσουν εναλλακτικές διεξόδους σωτηρίας της χώρας και του λαού) εκδηλώνεται ανάγλυφα στο φόντο του πολέμου στην Ουκρανία» (Πατέλη Δ. Η αντιφασιστική εξέγερση στην Ουκρανία ως επεισόδιο του Γ' Παγκοσμίου Ιμπεριαλιστικού Πολέμου. ΟΥΤΟΠΙΑ, τ. 111, Μάρτιος-Απρίλιος 2015, σ. 89-104.). Προφανώς κ. Ρούση, με κάτι τέτοια κέρδισα την τυφλή εμπιστοσύνη του κ. Πούτιν…
Ως εκ τούτου, η ως άνω δημόσια αναφορά του κ. Ρούση στο πρόσωπό μου με το χαρακτηρισμό «έμπιστος του Πούτιν, που υπηρετεί ως επίσημος μεταφραστής του τη νυν ιμπεριαλιστική Ρωσία» συνιστά βδελυρή πολιτική πράξη, άθλια, αήθη προβοκάτσια, σπίλωση και συκοφαντική δυσφήμιση. Βέβαια, ορισμένου επιπέδου και ήθους πολιτικά πρόσωπα και φορείς, αλλά και κύκλοι της κατεστημένης πανεπιστημιακής διανόησης, προσφεύγουν συχνά σε παρόμοιες βορβορώδεις πρακτικές για να «ξοφλήσουν» με διάφορους ενοχλητικούς. Βλέπετε, είναι εξαιρετικά εύκολο να αφήσει κανείς κάποια υπονοούμενα, να ρίξει λάσπη, να σπιλώσει και να συκοφαντήσει, παρά να αντιπαρατεθεί επιστημονικά ευθέως, ορθολογικά και κατάματα με τον ίδιο τον άνθρωπο και τα όσα αυτός πρεσβεύει. Ιδιαίτερα όταν έχει υιοθετηθεί από αυτούς τους κύκλους συστηματικά η «συνομωσία της σιωπής» για την σχολή της Λογικής της Ιστορίας, στην οποία αναφέρονται μόνο ψιθυριστά οι φορείς του Δυτικού «ακαδημαϊκού μαρξισμού», για να την απαξιώσουν ως «ανάξιο λόγου μόρφωμα σοβιετικών φιλοσόφων»… Έτσι εκδηλώνεται η αντιστοίχιση μεταξύ του θεωρητικού και του ηθικού αναστήματος εκπροσώπων αυτών των κύκλων…
Η λαθροχειρία αυτή, γνωστή και ως argumentum ad hominem (λατ.), ουσιαστικά αποτελεί ψευδοεπιχείρημα «ενάντια στο άτομο», και στην πιο αθώα περίπτωση - λογική πλάνη. Η δειλή φυγομαχία, η αποφυγή της βασάνου της ευθείας αντιπαράθεσης σε κάποιο επιχείρημα, σκεπτικό, επιστημονική ή/και πολιτική θέση, επενδύεται εδώ με άμεση προσβολή προς το πρόσωπο που τα διατυπώνει, σαν αυτό να αποτελούσε έγκυρη βάση για την απόρριψή τους ως δήθεν εσφαλμένων. Κατ' αυτό τον τρόπο, συνιστά ταυτοχρόνως γνωσιακό, λογικό και ηθικό παράπτωμα, διόλου τιμητικό για όποιον/-αν προβαίνει σε αυτό, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πανεπιστημιακό δάσκαλο.
Αυτό τον τρόπο επέλεξε ο κ. Ρούσης για να σπιλώσει όχι μόνο εμένα προσωπικά, αλλά στο πρόσωπό μου και όσα πρεσβεύω επιστημονικά και κοσμοθεωρητικά και τις συλλογικότητες στις οποίες ανήκω και δραστηριοποιούμαι. Για να χρησιμοποιήσω μια δάνεια από το Λένιν διατύπωση, παρόμοιες μεθοδεύσεις συνιστούν χυδαία εκπόρνευση της πολιτικής αντιπαράθεσης και τοποθετούν όποιον μετέρχεται αυτών εκτός της επιστημονικής δεοντολογίας, εκτός της κομμουνιστικής και επαναστατικής ηθικής και στάσης ζωής.
Έχει πικρή εμπειρία το κίνημα από παρόμοιες αήθεις πρακτικές. Σε κρίσιμες φάσεις έχουν οδηγηθεί και στο θάνατο άνθρωποι στιγματισμένοι με συκοφαντικές δυσφημίσεις στη βάση νοσηρής πρακτορολογίας.
Το εν λόγω διάβημα του κ. Ρούση συνιστά και Συκοφαντική Δυσφήμιση στην οποία προβαίνει κατά το νόμο: «όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του…» (Ποινικός Κώδικας άρθρα 362-363). Επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός μου, επί του παρόντος περιορίζομαι στην επιστημονική, παιδαγωγική και ηθικοπολιτική διάσταση του εν λόγω διαβήματος του κ. Ρούση. Έτσι, όσο ο κ. Ρούσης δεν ανακαλεί τα όσα συκοφαντικά διατύπωσε εις βάρος μου και δεν μου ζητά δημόσια συγνώμη για αυτά, διατηρώ και εγώ το δικαίωμα να αναφέρομαι δημόσια (γραπτά, προφορικά και διαδικτυακά) στο πρόσωπό του με το χαρακτηρισμό «κοινός συκοφάντης».
Γνωρίζω τον Γ. Ρούση εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες. Έτυχε στα χρόνια που πέρασαν να έχουμε συμφωνήσει και διαφωνήσει επί πολλών ζητημάτων. Γνωρίζω ότι είναι άνθρωπος ευέξαπτος με πάθος. Απέφευγα συστηματικά την ένταση στην όποια επικοινωνία μας, ώστε η συζήτηση να μπορεί να επικεντρώνεται στο εκάστοτε επίδικο, με ψυχραιμία, νηφαλιότητα και ορθολογικό τρόπο, πέρα από παρελκυστικές διαπροσωπικές φορτίσεις. Εδώ είδα ότι ο κ. Ρούσης υπερέβη ορισμένα όρια στοιχειώδους ευπρέπειας, με ένταση την οποία ο ίδιος συνέδεε με το «δίκιο της άποψής του». Επειδή έχει όρια ο «διάλογος» μεταξύ κωφών, και οι απόψεις αυτές είναι αρκετά διαδεδομένες, είδα αυτή την αντιπαράθεση ως αφορμή για ορισμένες διευκρινίσεις, τόσο επί του περιεχομένου των ιδεών, όσο και επί του προβληματισμού για το τι συνιστά ηθικό και δεοντολογικό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ συναδέλφων, συντρόφων και εν γένει μεταξύ πολιτισμένων ανθρώπων.
Ενδεχομένως αυτή η παρέμβαση να αποβεί χρήσιμη, όχι τόσο για μεσήλικες και βάλε… αλλά για τη φοιτητιώσα νεολαία και τον ευρύτερο κύκλο της αριστεράς.





[1] Ο Βλάσοφ Αντρέι Αντρέγιεβιτς (1901-1946), ήταν ένας σοβιετικός στρατηγός που έγινε συνεργάτης των ναζί κατακτητών στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι τον έχρισαν Διοικητή του «ρωσικού απελευθερωτικού στρατού» στο πλευρό της Βέρμαχτ.

Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Αγοραία ρητορική και χονδροειδής πρωτογονισμός. Μια παγίδα-απάτη


Ποια επιστήμη θέλουμε, ποιο πανεπιστήμιο, για ποιον, προς τι και σε ποια κοινωνία; Σκέψεις με αφορμή την τελευταία αντιδραστική νεοφιλελεύθερη επέλαση σε ότι απέμεινε απ’ το πανεπιστημιακό άσυλο.
Του Δημήτρη Πατέλη.
Αγοραία ρητορική και χονδροειδής πρωτογονισμός. Μια παγίδα-απάτη.
Η νέα κυβέρνηση έχει αναγάγει σε μείζον ζήτημα αρχής και σε προτεραιότητα την «κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου». Η Υπουργός Παιδείας κα Ν. Κεραμέως δηλώνει ότι η αστυνομία θα μπαίνει στο πανεπιστήμιο μ’ ένα τηλεφώνημα πολίτη, μιας και στο χώρο του «θα ισχύει ό,τι ισχύει σε κάθε δημόσιο χώρο» της χώρας. «Αν δεν προχωρούσαμε θα είχαμε την κοινωνία απέναντί μας, γιατί η μεγάλη πλειονότητα συμφωνεί με την κατάργηση του ασύλου», τόνισε η υπουργός Παιδείας, … η οποία περιγράφοντας την κατάσταση που επικρατεί στον χώρο των πανεπιστημίων έκανε λόγο για «άσυλο εγκληματιών»! (16.7.2019 ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ http://www.topontiki.gr/article/332674/kerameos-gia-asylo-i-astynomia-tha-mpainei-sto-panepistimio-m-ena-tilefonima-politi). «Επιστρέφουμε τα πανεπιστήμια σε αυτούς στους οποίους πραγματικά ανήκουν, δηλαδή στους φοιτητές, στους καθηγητές και στο διοικητικό προσωπικό, καταργώντας το κακώς εννοούμενο άσυλο. Οι δημόσιες αρχές θα μπορούν να επεμβαίνουν αυτεπαγγέλτως για κάθε αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εντός πανεπιστημίου» (22-07-19 Προγραμματικές δηλώσεις της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων κ. Ν. Κεραμέως). Άλλωστε, όπως είχε δηλώσει και προεκλογικά ο κ. Κ. Μητσοτάκης «Το άσυλο θα καταργηθεί με τον πρώτο νόμο μας. Αποτελεί δέσμευσή μου αδιαπραγμάτευτη. Θα επιστρέψουμε στο καθεστώς που ίσχυε το 2011. Τα πανεπιστήμια έχουν γίνει σε μεγάλο βαθμό κέντρα ανομίας και καταφύγια μπαχαλάκηδων. Η κατάσταση είναι επιεικώς απαράδεκτη. Το αίτημα για κατάργηση του ασύλου είναι απολύτως ώριμο στην κοινωνία. Δεν αφορά το άσυλο διακίνησης ιδεών. Οικονομικό Πανεπιστήμιο. Έχετε δει την κατάσταση. Έρχεται η αστυνομία καταδιώκει έμπορο. Με την κατάργηση του ασύλου θα μπορεί να τον συλλαμβάνει. Υπάρχουν χώροι υπό κατάληψη που είναι εργαστήρια κατασκευής μολότοφ. Θεωρείτε λογικό να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση; Δεν θα χρειαστεί να γίνει πολλές φορές από τη στιγμή που θα εφαρμοστεί ο νόμος. Ποιοι κάνουν τις καταλήψεις; Δεν την αντιλαμβάνομαι αυτή την έννοια. Αυτοί που ενδιαφέρονται να κάνουν τέτοιες κινήσεις δεν είναι η μεγάλη πλειοψηφία των φοιτητών» (Καθημερινή 03.07.2019, https://www.kathimerini.gr/1032149/article/epikairothta/politikh/mhtsotakhs-to-asylo-sta-panepisthmia-8a-katargh8ei-me-ton-prwto-mas-nomo). Σε μια τέτοια αντίληψη, προφανώς και είναι πανάκεια η αστυνομοκρατία: «Οι αστυνομικοί ξαναβγαίνουν στους δρόμους. Φοιτητές και καθηγητές ανακτούν τα πανεπιστήμια. Το άσυλο της παρανομίας των μολότοφ και των ναρκωτικών καταργείται. Και επιστρέφει το άσυλο της γνώσης και των ιδεών», ανέφερε ο πρωθυπουργός (Προγραμματικές δηλώσεις 22.7.19).
Η ρητορική της κυβέρνησης περί του θέματος απλώς αναπαράγει τα πάγια εδώ και δεκαετίες χονδροειδή προπαγανδιστικά στερεότυπα, ιδεολογήματα και δόγματα της αγοραίας νεοφιλελεύθερης «δημοσιογραφίας/δημοσιολογίας». Στερεότυπα που έχουν δημιουργήσει στο πιο επιρρεπές προς χειραγώγηση κοινό ένα φράγμα πρόσληψης σε επίπεδο εξαρτημένων αντανακλαστικών. Το φράγμα αυτό αποτρέπει και ακυρώνει εκ προοιμίου κάθε ορθολογική πραγμάτευση του θέματος, κάθε επιστημονικά τεκμηριωμένη προσέγγιση. Η κυβέρνηση επιλέγει σκοπίμως αυτή τη λαθροχειρία-απάτη, ώστε να επιβάλλει αυταρχικά  και εσπευσμένα (για να αποφύγει θύελλα κινητοποιήσεων με ανοικτά τα ΑΕΙ) νέο κύκλο αντιδραστικών αντιμεταρρυθμίσεων στην παιδεία και στην κοινωνία, με το φωτοστέφανο του «σωτήρα», που «ξέρει να κυβερνά με πυγμή» και να «αποκαθιστά την τάξη και την ηθική»
Πρόκειται για αριστοτεχνικά καλοστημένη στον πρωτογονισμό της παγίδα-βρόγχο, όπου: από τη μια μεριά υπάρχει η τάξη, ο νόμος, όπως σε κάθε «δυτικό πολιτισμένο κράτος», από την άλλη – η «ανομία», η «παραβατικότητα», το «παραεμπόριο», η «διακίνηση ναρκωτικών», το «έγκλημα», οι «μπαχαλάκηδες», κ.λπ.
Ουδόλως απασχολεί τους αυτουργούς αυτής της παγίδας και τα θύματά της το εξωπραγματικό της διατύπωσης και ο προφανής παραλογισμός της. Οι ισχυρισμοί αυτού του πρωτογονισμού είναι ακόμα πιο άθλιοι από το να διατείνεται κανείς ότι η άρση του ασύλου της κατοικίας, του οικογενειακού ασύλου (άρθρο 9 του Συντάγματος) θα εξαλείψει τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας!
Από πού απορρέει ότι τα ΑΕΙ είναι «εστίες παραβατικότητας» σε μια κοινωνία παράδεισο μιας ευνομούμενης πολιτείας; Τι εμποδίζει με το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο την καταπολέμηση έκνομων ενεργειών του κοινού ποινικού δικαίου σε πανεπιστημιακούς χώρους; Από ποιον ελέγχεται π.χ. και από ποιον εξωθείται εν μέρει η διακίνηση ναρκωτικών προς ορισμένους χώρους; Έχει άραγε η διακίνηση φορτίων ναρκωτικών με πλοία σχέση με ΑΕΙ, ή με πλοιοκτήτες και κατόχους πληθώρας ΜΜΕ, φίλα προσκείμενους στην εξουσία (που κατά περίεργο τρόπο είναι εκ προοιμίου και αναφανδόν «αθώοι»); Τι γίνεται με την ιδιότυπη ασυλία (θεσμική ή/και εθιμική) της οποίας χαίρουν μεγαλοσχήμονες που εμπλέκονται σε σκάνδαλα διαφθοράς, οικονομικά και άλλα εγκλήματα; Τι γίνεται με το αέναο παίγνιο εκείνου του είδους «μπαχαλάκηδων»-προβοκατόρων, ευρισκόμενων κατά τεκμήριο σε εντεταλμένη υπηρεσία, στην πλάτη των λαϊκών κινητοποιήσεων και του πανεπιστημίου; Τι θέση έχουν άραγε οι πανεπιστημιακοί χώροι στη συνολική χωροταξία και ανθρωπογεωγραφία του εγκλήματος; Ποιος ασχολείται με τη συστηματική και κατά συρροήν παραβίαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, με την εισβολή επιχειρηματικών ομίλων και συμφερόντων στα ΑΕΙ, με βαθμιαία μετάλλαξη στην κατεύθυνση του «επιχειρηματικού πανεπιστημίου» ή/και του «πανεπιστήμιου-επιχείρησης»; Με τις καθεστωτικές φοιτητικές παρατάξεις που λειτουργούν ως παραμάγαζα σταδιοδρομίας (διανομή σημειώσεων, χρέη γραμματείας, εμπλοκή σε αντιγραφές, προθάλαμος για μεταπτυχιακά, διδακτορικά κ.λπ.); Με την υπερεκμετάλλευση απλήρωτης εργασίας, φοιτητών, προπτυχιακών, υποψηφίων διδακτόρων, προσωπικού και υποδομών από καθηγητές-επιχειρηματίες; Με τις διώξεις κατά μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας για τις ιδέες και την επιστημονική τους έρευνα; Ποιον απασχολεί η χρονίζουσα και ιδιαίτερα έντονη κατά την τελευταία δεκαετία της κρίσης χρέους εγκληματική υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των ΑΕΙ[1], η αρπαγή των αποθεματικών τους με το διαβόητο PSI; Λύθηκε άραγε το πρόβλημα της μαζικής και χρόνιας ανεργίας των νέων, ιδιαίτερα οξύ μεταξύ των αποφοίτων ΑΕΙ; Το πρόβλημα της υποαπασχόλησης, της επισφαλούς εργασίας/μερικής απασχόλησης με μισθούς πείνας και μπλοκάκι; Το πρόβλημα της μαζικής μετανάστευσης νεολαίας που έχει αποκτήσει δημογραφικές διαστάσεις μαζικής γενοκτονίας; Το πρόβλημα της ελάχιστης έως ανύπαρκτης φοιτητικής μέριμνας (σίτισης, στέγασης κ.λπ.);  Και άλλα πολλά…
Όλα αυτά είναι ανύπαρκτα στη στημένη επικαιρότητα. Έτσι, κάθε υπόνοια ένστασης, αμφιβολίας, αντίρρησης, ή και αντίθεσης σε αυτή την ακροδεξιά νεοφιλελεύθερη επέλαση βαφτίζεται αυτομάτως «αναχρονισμός», «συνέργεια στην ανομία», «συνενοχή στο έγκλημα» κ.λπ. Αρκεί να διατυπωθεί κάτι που δεν εγγράφεται στον πρωτογονισμό του σχήματος και εμφανίζεται αφρός στα χείλη του εγκλωβισμένου στο αφήγημα-παγίδα, όπως στα σκυλιά-πειραματόζωα του γνωστού πειράματος του φυσιολόγου Ι. Πάβλοφ για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά. Πρόκειται για μια «τεχνολογία» χειραγώγησης μέσω της διασφάλισης «μαζικής λαϊκής συναίνεσης», μπροστά στην οποία ωχριά και η γκεμπελική προπαγάνδα. Είναι ένας ακόμα χειρισμός/απάτη, από αυτούς που συνιστούν οργανικό στοιχείο του σύγχρονου αστικού κοινοβουλευτικού εκφασισμού.
Οι σκοπιμότητες που εξυπηρετούνται με τη νέα επίθεση στο άσυλο είναι ευτελείς, δόλιες και καταστροφικές για την επιστήμη, το πανεπιστήμιο και την κοινωνία. Εξ ου και το σαθρό και παράλογο του πρωτογονισμού των «επιχειρημάτων». Σε αυτή την επίθεσή τους, οι κρατούντες δεν αντλούν δύναμη από τον ορθολογισμό του λόγου που αρθρώνουν, αλλά από την εξουσία που κατέχουν και από τον καταιγισμό «πλύσης εγκεφάλων» που τους διασφαλίζουν τα ελεγχόμενα ΜΜΕ.
«Αντίσταση» και πάλι… ή αντίσταση και πάλη; Αρνητισμός της ηττοπάθειας ή θετικά και επιθετικά;
Είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει διάλογος σε αυτή τη βάση για τόσο λεπτά και περίπλοκα θέματα όπως είναι η επιστημονική έρευνα και η πανεπιστημιακή παιδεία. Η αντίθεση στη διάλυση κάθε κεκτημένου ασυλίας για το πανεπιστήμιο και συνολικά, η αντίσταση στα ακραία, αυταρχικά και αντιλαϊκά μέτρα, είναι κατ’ αρχάς υπαρξιακά αναγκαία. Σε επίπεδο άμεσης εποπτικής προπαγάνδας, πάντα με όρους τακτικής, έχει κάποιο νόημα η αποκάλυψη, η αποδόμηση και η γελοιοποίηση του χονδροειδούς πρωτογονισμού και της απάτης των κυρίαρχων ιδεολογικών σχημάτων και των φορέων-φερεφώνων τους.
Ωστόσο, αυτό δεν μπορεί να συνιστά στρατηγική. Εμπλοκή σε τέτοιο στημένο «διάλογο»-παγίδα και απάτη, ως κύριο μέσο διεξαγωγής του αγώνα, στερείται νοήματος. Σε αυτή την περίπτωση, το πολύ να υπάρξουν μικρές μάχες ή αψιμαχίες οπισθοφυλακών, ενός κινήματος σε υποχώρηση, ενώ η ήττα είναι εκ προοιμίου δεδομένη. Το νόημα αυτό είναι περιορισμένο από τον αρνητισμό του, από τον ετεροπροσδιορισμό έναντι αυτών που έχουν τη στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων. Η όποια αντί-θεση, όσο στεντόρεια και αν διατρανώνεται, έρχεται ως εκ των υστέρων απάντηση σε κάποια θέση. Άρα, ο ορίζοντάς της είναι εξ υπαρχής περιορισμένος, οι όροι και τα όρια του αγώνα δεν τίθενται από αυτούς που αγωνίζονται, αλλά κυρίως, κατ’ εξοχήν και πρωτίστως από τους έχοντες τη στρατηγική πρωτοβουλία κινήσεων από τη θέση της τωρινής κυριαρχίας τους.
Επομένως, η όποια άρνηση, αντί-σταση και αντί-θεση –αναγκαία κατ’ αρχάς– μπορεί να έχει προοπτική, μόνο στην περίπτωση που συνδέεται οργανικά με μια κατάφαση, με μια θετική στάση και θέση με προοπτική. Μόνο προσδιορίζοντας θετικά το σκοπό, την επιστημονικά επεξεργασμένη και τεκμηριωμένη προοπτική, μπορεί ένα κίνημα να βρει την αναγκαία λαϊκή ανταπόκριση, να προσελκύσει δυνάμεις και να συγκροτηθεί, να διεκδικήσει και αποκτήσει αυτό τη στρατηγική πρωτοβουλία των κινήσεων, ακυρώνοντας την ηγεμονία των κρατούντων, κατ’ αρχάς ηθικά και στη συνέχεια με όρους αλλαγής συσχετισμών δυνάμεων. Αντεπίθεση δεν επιτυγχάνεται με ελιτίστικη περιχαράκωση και απλές φραστικές διακηρύξεις. Μόνο έχοντας θετικούς επεξεργασμένους στόχους με στρατηγική πνοή, μόνο με άνοιγμα στο λαό και ώσμωση με τις καθημερινές ανάγκες και αγωνίες του, μόνο συνδέοντας οργανικά τις εκάστοτε βέλτιστες τακτικές κινήσεις-διεκδικήσεις με αυτούς τους θετικούς στόχους μπορεί να κλιμακωθεί μια αποτελεσματική αντεπίθεση με νικηφόρο προοπτική. Θετικά και επιθετικά!
Έτσι, διαπιστώνουμε ότι το πανεπιστημιακό άσυλο είναι πρόβλημα κάθε άλλο παρά στενά συντεχνιακού θεσμικού χαρακτήρα. Προβάλλει ως πολύ ευρύτερο και βαθύτερο πρόβλημα, μεταφράζεται ως ερώτημα: ποια επιστήμη θέλουμε, ποιο πανεπιστήμιο, για ποιον, προς τι και σε ποια κοινωνία; Εάν καταφέρουνε να μετατοπίσουμε την προβληματική της επικαιρότητας σε αυτό το σύνθετο ερώτημα, θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα πολύ σημαντικό βήμα για την πανεπιστημιακή κοινότητα, για την παιδεία και για την κοινωνία συνολικά. Ένα βήμα απεμπλοκής συνειδήσεων από τις αγοραίες απάτες και χειραγωγήσεις του συρμού.
Εξυπακούεται ότι το ερώτημα αυτό δεν προσφέρεται για αφοριστικές συνταγές/απαντήσεις και συνθήματα εκ του προχείρου. Απαιτεί συστηματική επιστημονική έρευνα. Εδώ θα περιοριστούμε σε μια αδρομερή προσέγγιση κάποιων βασικών πτυχών του.  
Εκπαίδευση-παιδεία, επιστημονική έρευνα και πανεπιστήμιο.
Εκπαίδευση και παιδεία είναι η διαδικασία διαμόρφωσης και ανάπτυξης του εκάστοτε ιστορικά αναγκαίου υποκειμένου της εργασίας/παραγωγής και του συνόλου των κοινωνικών δραστηριοτήτων και σχέσεων. Είναι η διαγενεακή διαδικασία, κατά την οποία εκπρόσωποι της εκάστοτε ώριμης γενεάς συμβάλλουν σκόπιμα στη μετάδοση στην εκάστοτε νέα γενεά πληροφοριών, μαρτυριών, δεξιοτήτων και γνώσεων, κεκτημένων που την καθιστούν κοινωνό του υλικού και πνευματικού πολιτισμού. Διαδικασία «κατεργασίας», καλλιέργειας εκτελεστικών και δημιουργικών ικανοτήτων νέων ανθρώπων, προπαρασκευής τους για την ανάληψη του εκάστοτε αναγκαίου φάσματος κοινωνικών θέσεων και ρόλων/λειτουργιών, που επιτυγχάνεται μέσω της διάδοσης, αφομοίωσης και εκπόνησης/ανάπτυξης γνώσεων, μέσων και τρόπων ιδεατής και πραγματικής/υλικής πρόσκτησης/μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Εντός αυτής της διαδικασίας (ως οργανικού συστατικού στοιχείου της κοινωνικής ολότητας) δια-μορφώνεται εν πολλοίς ο άνθρωπος, ως ον με γνώση και αυτογνωσία, με συνείδηση και αυτοσυνειδησία, δηλαδή, ως προσωπικότητα.
Το ερευνητικό στοιχείο ενυπάρχει σε όλα τα επίπεδα της οργανωμένης παιδείας/εκπαίδευσης σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές. Στην πανεπιστημιακή βαθμίδα η επιστημονική έρευνα οφείλει να αναπτύσσεται κατά το βέλτιστο τρόπο, σε διαρκή γόνιμη αλληλεπίδραση με την παιδαγωγία/διδασκαλία, γεγονός που επιτάσσει όλο και πιο ενεργό και οργανική/συνειδητή εμπλοκή διδασκόντων και διδασκομένων, του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας στις δραστηριότητες και στις σχέσεις των ΑΕΙ.
Το ίδιο το πανεπιστήμιο ως θεσμός, είναι γέννημα και συστατικό στοιχείο συγκεκριμένου ιστορικά τύπου του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και ειδικότερα, του ανταγωνιστικού τύπου καταμερισμού μεταξύ φυσικής και διανοητικής εργασίας. Αντανακλά αυτόν τον καταμερισμό, ενώ ταυτόχρονα, συνιστά και όρο αναπαραγωγής ή/και περαιτέρω ανάπτυξής του. Με αυτό τον τρόπο, αντανακλά  και αναπαράγει την εκάστοτε ιστορικά διαμορφωμένη θέση και το ρόλο των επιστημών (βασικών, εφαρμοσμένων και τεχνολογικών) και των τεχνών στην παραγωγή και ευρύτερα στην κοινωνία, στον πολιτισμό, ενώ έχει προνομιακή συμβολή και στη διαμόρφωση του φάσματος δυνατοτήτων περαιτέρω ανάπτυξης της παραγωγής και συνολικά της κοινωνίας, του πολιτισμού μέσω της επιστήμης και των τεχνών. Για αυτό το λόγο, το σύνολο της παιδείας και ειδικότερα το πανεπιστήμιο διαδραματίζει στρατηγικό ρόλο στη συγκρότηση και ανάπτυξη της κοινωνίας.
Ο ρόλος αυτός συνδέεται προπαντός με τις κοινωνικές και πολιτισμικές λειτουργίες της έρευνας και των επιστημόνων-ερευνητών στην κοινωνία. Η επιστήμη είναι μια εξαιρετικά περίπλοκη ανθρώπινη δραστηριότητα, που αποσκοπεί στη συστηματική «παραγωγή» αντικειμενικών, τεκμηριωμένων και αποδεδειγμένων αληθών γνώσεων περί του επιστητού. Επιστητό είναι ό,τι μπορεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής έρευνας: η φύση, η κοινωνία και η ανθρώπινη νόηση-συνείδηση. Η νοητική πρόσκτηση του επιστητού δεν αποκτάται άμεσα από την εμπειρία. Εάν η εξωτερική όψη των πραγμάτων (σχέσεων και διαδικασιών) συνέπιπτε με την ενδότερη ουσία τους οι άνθρωποι στην απλή θέα τους θα ήταν παντογνώστες, ενώ καμία επιστήμη δεν θα χρειαζόταν. Η διάγνωση της ουσίας, των αιτίων, των νόμων και νομοτελειών που διέπουν την πραγματικότητα, απαιτεί ειδική ερευνητική δραστηριότητα, με τη βοήθεια ιδεατών και υλικών (τεχνικών) μέσων και τρόπων (μεθόδων), εμπειρικών και θεωρητικών.
Η επιστήμη ανέκυψε από τη σκόπιμη δραστηριότητα μετασχηματισμού της πραγματικότητας και επιτελεί τρείς βασικές λειτουργίες: 1. Αντικειμενική περιγραφή αυτού που υπάρχει, 2. Εξήγηση-ερμηνεία του γιατί και πως υπάρχει αυτό που υπάρχει, ανακάλυψη των αιτίων, των νόμων, των νομοτελειών του και 3. Βάσει των 1 & 2, πρόβλεψη του φάσματος δυνατοτήτων περαιτέρω πορείας του αντικειμένου, του τι μέλει γενέσθαι. Βάσει αυτών των λειτουργιών της, η επιστήμη εξοπλίζει τον άνθρωπο ώστε αυτός να μετασχηματίσει μετά λόγου γνώσεως τους αντικειμενικούς και υποκειμενικούς όρους της ύπαρξης και ανάπτυξής του. Έτσι, η επιστημονική γνώση λειτουργεί ως δύναμη που επαναστατικοποιεί τις παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, το σύνολο των δημιουργικών δυνατοτήτων του ανθρώπου.
Η επιστημονική έρευνα είναι μια δραστηριότητα στην οποία ήδη κεκτημένες γνώσεις, δεξιότητες, δημιουργικές ικανότητες, χρησιμοποιούνται (αυτούσιες ή/και μετασχηματιζόμενες, αναπτυσσόμενες) ως μέσα και τρόποι πρόσκτησης νέας γνώσης. Η δραστηριότητα αυτή, για να είναι αποτελεσματική, απαιτεί προσήλωση στο αντικείμενο, στη λογική του ίδιου του αντικειμένου της έρευνας, πέρα και έξω από παρελκυστικούς, εξωγενείς, αυθαίρετους παράγοντες και σκοπιμότητες.
Επιπλέον, η δραστηριότητα αυτή είναι εξ υπαρχής βαθύτατα κοινωνική, μιας και εδράζεται σε γνώσεις, μεθόδους κ.λπ., δηλαδή, σε καθολικά ιδεατά και υλικά μέσα και τρόπους πρόσκτησης/αφομοίωσης/μετασχηματισμού της πραγματικότητας, διαχρονικής/διαγενεακής προέλευσης και εμβέλειας. Απαιτεί λοιπόν τη δημιουργική συνεργασία, επικοινωνία μεταξύ συγχρόνων ερευνητών, μεταξύ ερευνητών και ερευνών της εκάστοτε εποχής αλλά και του παρελθόντος, σε μια διαδικασία ανταλλαγής/αλληλοεμπλουτισμού πληροφορίας, δεξιοτήτων και δημιουργικών ικανοτήτων. Σε αντιδιαστολή με την πρόσκτηση υλικών πραγμάτων, τις δοσοληψίες του αντιπραγματισμού και τις εμπορευματικές-χρηματικές σχέσεις, ως αποτέλεσμα αυτής της ανταλλαγής εντός της επιστήμης, ο δότης δεν στερείται παραδίδοντας κεκτημένα της έρευνας στον παραλήπτη. Τουναντίον, ως αποτέλεσμα αυτής της αλληλεπίδρασης/επικοινωνίας, όλα τα μέλη αυτής της σχέσεις εξέρχονται «πιο πλούσια», αναβαθμίζονται ιδιότυπα σε μια σχέση αμοιβαίου εμπλουτισμού δεξιοτήτων, γνώσεων και δημιουργικών ικανοτήτων. Σε αυτήν ακριβώς την ιδιοτυπία της επιστημονικής ερευνητικής δραστηριότητας έγκειται αυτό που ο Κ. Μαρξ αποκαλούσε «καθολική δραστηριότητα».
Πανεπιστημιακό άσυλο, αυτοδιοίκητο, πεδίο δημόσιου αναστοχασμού και αγώνα.
Για αυτό το λόγο, η πραγματική έρευνα, απαιτεί απρόσκοπτη αφοσίωση στην έρευνα, στη λογική του ίδιου του αντικειμένου, πέρα και έξω από εξωτερικές ως προς την επιστήμη και το αντικείμενό της σκοπιμότητες, ιδιοτέλειες, αυθαιρεσίες, υποκειμενισμούς και παρελκυστικούς παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και για την παιδαγωγία, ιδιαίτερα στο πανεπιστήμιο. Για αυτούς τους λόγους, από την ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων (κατά τον ύστερο Μεσαίωνα – πρώιμη Αναγέννηση) θεσπίστηκε το Πανεπιστημιακό Άσυλο καθηγητών και φοιτητών, του συνόλου της πανεπιστημιακής κοινότητας. Προς αποφυγή εξωτερικών παρεμβάσεων εκ μέρους των πολιτικών και θρησκευτικών/εκκλησιαστικών αρχών, εκ μέρους οικονομικών ιδιοτελειών και κατασταλτικών οργάνων. Το πανεπιστημιακό άσυλο συνδέεται οργανικά με το αυτοδιοίκητο του πανεπιστημίου, με τη θεσμική οργάνωση και συγκρότηση σε σώμα (σώματα) της πανεπιστημιακής/επιστημονικής κοινότητας. Εξυπακούεται ότι οι παραπάνω θεσμικές διευθετήσεις από μόνες τους δεν διασφαλίζουν την απρόσκοπτη και αντικειμενικής λειτουργία της επιστήμης και του πανεπιστημίου προς όφελος του κοινωνικού δημοσίου συμφέροντος. Δεδομένου μάλιστα ότι η επιστήμη και το πανεπιστήμιο λειτουργούν και αναπτύσσονται στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα, τα κυρίαρχα συμφέροντα, συνασπιζόμενα με ποικίλους τρόπους, και ιδιαίτερα με τη μορφή του «συλλογικού κεφαλαιοκράτη», του αστικού κράτους, επιτελούν τον κυριαρχικό και εξουσιαστικό τους ρόλο και στο πανεπιστήμιο. Ωστόσο, αυτές οι θεσμικές διευθετήσεις, είναι ένα ελάχιστο πλαίσιο διεκδίκησης αυτής της λειτουργίας για το πανεπιστήμιο και για την κοινωνία.
Επιπλέον, λόγω του ανταγωνιστικού κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας που προαναφέραμε, λόγω της θέσης και του ρόλου του, και δεδομένου του θεσμικού πλαισίου (γραπτού ή/και εθιμικού) ασύλου-αυτοδιοίκητου, το πανεπιστήμιο αποκτά και μια ευρύτερη και βαθύτερη κοινωνική/πολιτισμική λειτουργία. Μετατρέπεται σε χώρο/πεδίο όπου η κοινωνία συλλογάται, αναστοχάζεται τα μείζονα προβλήματα και τις προοπτικές της. Μετατρέπεται σε ιδιότυπο «ιερό τόπο» σχετικά ελεύθερων και ακηδεμόνευτων αναζητήσεων (όχι μόνο της πανεπιστημιακής κοινότητας, αλλά και συνολικά της κοινωνίας), προβληματισμού για την επίλυση μείζονος κλίμακας προβλημάτων και εκπόνησης σχεδιασμάτων για τις προοπτικές της κοινωνίας. Συνεπώς, το άσυλο και το αυτοδιοίκητο συνδέονται οργανικά με την ύπαρξη και λειτουργία ενός πανεπιστημίου ανοικτού στην κοινωνία, σε διαρκή ώσμωση με τα προβλήματα και τις ανάγκες της. Έτσι, το πανεπιστήμιο γίνεται και ένα πεδίο διεκδικήσεων αυτού του αναστοχαστικού ρόλου, του δημοσίου κοινωνικού-πολιτισμικού χώρου, σε αντιδιαστολή με την στενή και ωμή κρατική εξουσιαστική επιβολή. Μετατρέπεται σε προνομιακό χώρο ανάπτυξης και ανταλλαγής ιδεών, καινοτόμων ριζοσπαστικών αντιλήψεων και κοινωνικών κινημάτων στους κύκλους της νεολαίας.
Κεφάλαιο, επιστήμη και πανεπιστήμιο.
Με την ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατίας και τη βαθμιαία μετατροπή της επιστήμης σε άμεση παραγωγική δύναμη, το πανεπιστήμιο αλλάζει, μαζικοποιείται, περικλείει όλο και ευρύτερο φάσμα επιστημονικών πειθαρχιών, κλάδων, γνωστικών αντικειμένων και ειδικοτήτων, ενώ περιπλέκονται και οι σχέσεις του με την παραγωγή και συνολικά με την κοινωνία. Περιπλέκονται και πληθαίνουν και οι επιδιώξεις επηρεασμού, κηδεμόνευσης, χειραγώγησης, εκμετάλλευσης ακόμα και καπηλείας της επιστήμης και του πανεπιστημίου.
Απολυταρχικά καθεστώτα, ιερατεία, στρατιωτικά-βιομηχανικά συμπλέγματα, εταιρείες, ομάδες πίεσης, διεθνικοί πολυκλαδικοί μονοπωλιακοί όμιλοι, διακρατικά θεσμικά και εξωθεσμικά όργανα (Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κ.ά.) επιδιώκουν με κάθε τρόπο να περιστείλουν, να καταστείλουν, να συρρικνώσουν και τελικά να ακυρώσουν ότι απέμεινε από το δημόσιο και δωρεάν πανεπιστήμιο, από το πανεπιστημιακό άσυλο, το αυτοδιοίκητο και δημόσιο-ανοικτό στην κοινωνία πανεπιστήμιο. Τα προβλήματα που προαναφέραμε επιτείνονται με το συστηματικό ιδεολογικό, οικονομικό, θεσμικό και εξωθεσμικό νεοφιλελεύθερο στραγγαλισμό της επιστήμης και του πανεπιστημίου. Στόχος των ιθυνόντων γίνεται όλο και πιο απροκάλυπτα το «πανεπιστήμιο-επιχείρηση» ή/και το «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο». Ένα πανεπιστήμιο που θα λειτουργεί ως επιχείρηση και θα υποτάσσεται απροκάλυπτα στις εκάστοτε συγκυριακές αξιώσεις των επιχειρήσεων.
Η ακόμα πιο άμεση υπαγωγή επιστήμης και παιδείας στο κεφάλαιο επιτυγχάνεται μόνο μέσα από συστηματική υπονόμευση και αποδόμηση των τελευταίων. Καταλυτικές είναι σε αυτή την κατεύθυνση οι αλλαγές που επιβάλλονται από υπερεθνικά όργανα τις τελευταίες δεκαετίες (Ενιαίος Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας και Εκπαίδευσης, διαδικασία της Μπολόνια, υπαγωγή στο τρίπτυχο: επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικότητα, «αριστεία», επιβολή της αγοραίας αξιολόγησης κ.λπ.). Σε αυτές της συνθήκες η πανεπιστημιακή παιδεία υποβαθμίζεται σε μια διαδικασία μαθητείας-τιθάσευσης σε όρους εκτελεστικότητας, η βασική επιστημονική έρευνα (στην οποία περιλαμβάνεται η φιλοσοφία και οι κοινωνικές-ανθρωπιστικές επιστήμες) υποβαθμίζεται ή/και τίθεται υπό διωγμό ως «ασύμφορη» και «άχρηστη», ενώ προτάσσεται η εφαρμοσμένη και τεχνική/τεχνολογική με άμεση κερδώα διέξοδο, τα επιστημονικά γνωστικά αντικείμενα συρρικνώνονται σε πακέτα πληροφορίας και μετρήσιμων δεξιοτήτων με ημερομηνία λήξης κ.ο.κ. Επιτυχημένος επιστήμονας δεν είναι πλέον αυτός που επιδίδεται ανιδιοτελώς σε έρευνα ανοίγοντας δρόμους για την ανθρωπότητα, αλλά ο έχων επιδόσεις στην επιχειρηματική αξιοποίηση επιστήμης και πανεπιστημίου, ο προγραμματοθήρας, ο επιχειρηματίας εργολάβος/εργοδότης που εκμεταλλεύεται ασυστόλως υποδομές, διασυνδέσεις και εργασία μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας…
Η αντιδραστική και αυταρχική νεοφιλελεύθερη τομή που επιχειρείται σήμερα, θέτοντας στην αιχμή του δόρατος το άσυλο, έρχεται να επιστεγάσει τη βαθιά μετάλλαξη που έχει επέλθει σε επιστήμη και πανεπιστήμιο και να δρομολογήσει περαιτέρω διεύρυνση, εμβάθυνση και εδραίωσή της. Η πιο άμεση και άξεστη υπαγωγή επιστήμης και πανεπιστημίου στο κεφάλαιο γίνεται μέσω της επιβολής εξωτερικών αγοραίων κινήτρων (κερδοφορία, εξαγορά κ.λπ.) και διοικητικών/κατασταλτικών κινήτρων-αντικινήτρων (απολύσεις, ποινές, διώξεις κ.λπ.). Όπως προαναφέραμε, η αυθεντική έρευνα και εκπαίδευση, λόγω του καθολικού χαρακτήρα τους, υπάγονται κατ’ εξοχήν σε εσωτερικά κίνητρα. Η όποια βεβιασμένη υπαγωγή τους σε εξωτερικά κίνητρα, οδηγεί σε καταστροφή τους, σε διαφθορά/αποδόμηση των εμπλεκόμενων σε αυτά προσωπικοτήτων και συλλογικοτήτων.
Αλήθεια, υπάρχει εχέφρων σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει ότι μπορεί να αναπτυχθεί ελεύθερη, δημιουργική και γόνιμη έρευνα, διδασκαλία και διακίνηση ιδεών σε ένα περιβάλλον με ανεξέλεγκτη παρουσία και παρέμβαση δυνάμεων καταστολής (αστυνομικών ή ιδιωτικών); Θέλει πολλή σκέψη για να αναλογιστούμε σε τι επίπεδα θα φτάσει η ήδη διαδεδομένη και εδραιωμένη αυτολογοκρισία σε αυτό το καθεστώς;
Η άμεση υπαγωγή της επιστήμης και της παιδείας στο κεφάλαιο είναι πλέον μια άγουσα τάση με δυναμική παγκόσμιας κατίσχυσης. Ωστόσο η υπαγωγή αυτή δεν είναι ούτε και μπορεί να καταστεί ποτέ απόλυτη, λόγω της εγγενώς χειραφετικής καθολικής διάστασης αυτών των πεδίων πολιτισμικής καλλιέργειας.
Δεν μπορεί να συνιστά εναλλακτική διέξοδο η υιοθέτηση εκδοχών του αντιεπιστημονισμού, της τεχνοφοβίας και της απόρριψης της παιδείας, που προβάλλονται συχνά ως «επαναστατικές θέσεις». Η επιστήμη, η τεχνολογία και η παιδεία είναι πολύ σοβαρές υποθέσεις της ανθρωπότητας ώστε να αφεθούν στην ιδιοτελή δικαιοδοσία του κεφαλαίου και των τεχνοκρατών υπηρετών του, είτε στην υπονόμευσή τους από εκδοχές του τεχνοφοβικού ρομαντισμού και του ανορθολογισμού.

Αντιστάσεις και αντεπίθεση: επιστήμη και πανεπιστήμιο στην υπηρεσία της κοινωνίας για την ενοποίηση της ανθρωπότητας.

Οι αντιστάσεις που συναντά αυτή η υπαγωγή είναι δηλωτικές του εύρους και του βάθους της αντιφατικότητας αυτής της διαδικασίας, η οποία συνδέεται με μια θεμελιώδη αντίφαση: την αντίφαση μεταξύ του καθολικού δημιουργικού χαρακτήρα της επιστήμης και της παιδείας, και της μονομέρειας του ιδιωτικού συμφέροντος του κεφαλαίου. Εντός αυτής της αντιφατικής διαδικασίας αναπτύσσονται οι συνδεόμενες με την αλματωδώς αύξουσα κοινωνικοποίηση της εργασίας δυνάμεις αμφισβήτησης και ανατροπής της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Οι δυνάμεις αυτές, εκφράζονται με προσωπικότητες και συλλογικότητες, οι οποίες με το ανιδιοτελές και πρωτοπόρο ερευνητικό τους έργο βρίσκονται στα πλέον προκεχωρημένα φυλάκια της επιστήμης και της παιδείας, γεγονός που τους επιτρέπει να συνειδητοποιούν σταδιακά και να καταδεικνύουν τόσο τους συνδεόμενους με την κυριαρχία του κεφαλαίου περιορισμούς και καταστροφικούς κινδύνους, όσο και τη νομοτελή αναγκαιότητα διεξόδου της ανθρωπότητας σε ένα ριζικά διαφορετικό τύπο συγκρότησης και ανάπτυξης.
Η κριτική της χειραγωγικής ουσίας της υπαγωγής της έρευνας και της παιδαγωγίας στο κεφάλαιο και το αντίστοιχο κίνημα οφείλουν να αντιπαραθέτουν σε αυτή το θετικό ιδεώδες της ολόπλευρης καλλιέργειας του ανθρώπου του μέλλοντος (στοιχεία του οποίου ανιχνεύονται ήδη στην αντιφατικότητα του παρόντος), συνδέοντας έτσι τις διεκδικήσεις στο χώρο της επιστήμης και της παιδείας με την προοπτική του ριζικού μετασχηματισμού της κοινωνίας στην κατεύθυνση προς την ώριμη κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα.
Οι δυνάμεις αυτές οφείλουν να συνειδητοποιήσουν και να καταδεικνύουν πειστικά ότι, η έρευνα, η τεχνολογία και η παιδεία, είναι ως προς την ουσία τους ζωτικής στρατηγικής σημασίας καθολικές πανανθρώπινες δυνάμεις, οι τύχες των οποίων δεν μπορούν να αφεθούν ως έρμαια του αγοραίου και προοπτικά καταστροφικού καιροσκοπισμού των όποιων ιδιωτικών συμφερόντων του κεφαλαίου. Οφείλουν να καταδεικνύουν επιστημονικά ότι η φθοροποιός και καταστροφική για τη φύση και τον άνθρωπο τροπή της χρήσης της παιδείας, της έρευνας και της τεχνολογίας, δεν οφείλεται στη δήθεν «δαιμόνιο» φύση του «τεχνογενούς πολιτισμού», αλλά στις μονομέρειες και στρεβλώσεις που υφίστανται στο βαθμό που αυτές οι δραστηριότητες καθίστανται όργανα του κεφαλαίου. Οφείλουν να αναδεικνύουν εκείνες τις ερευνητικές και τεχνολογικές δυνατότητες από το εκάστοτε αναδυόμενο φάσμα δυνατοτήτων της ιστορικά συγκεκριμένης γνωσιακής συγκυρίας, που αγνοούνται, αποκρύπτονται, απορρίπτονται είτε στρεβλώνονται από τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Οφείλουν δηλαδή να διερευνούν και να ενημερώνουν την ανθρωπότητα για το τι είναι επιστημονικά και τεχνολογικά εφικτό και αναγκαίο (από την άποψη της εσωτερικής λογικής της ανάπτυξης της έρευνας και από την άποψη των βαθύτερων αναγκών της ανθρωπότητας) και για το τι τελικά προτάσσει και επιτάσσει το κεφάλαιο. Και κυρίως οφείλουν να καταδεικνύουν επιστημονικά την προοπτική της καθολικής παιδείας-δημιουργικότητας, συστατικό στοιχείο της οποίας θα είναι το κοινό καλό της ενοποιημένης ανθρωπότητας, η αισθητική δημιουργία και η επιστημονική έρευνα, δηλαδή, εκείνη η ενότητα αρετής, κάλους και αλήθειας, που συνειδητοποίησε ως ιδεώδες ο φιλοσοφικός στοχασμός από τα πρώτα βήματά του. Οφείλουν να καταδεικνύουν ότι το πανεκπαιδευτικό κίνημα κατά των αντιδραστικών θεσμικών αλλαγών δεν μπορεί να έχει προοπτική εάν δεν ανασυγκροτηθεί σε ένα μέτωπο παιδείας-εργασίας, με τη στρατηγική της διεξόδου στη χειραφέτηση παιδείας-εργασίας, σε μια κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση και καταπίεση.
Δεν υπάρχει σοβαρό κοινωνικό/πολιτισμικό κίνημα κατά τους τελευταίους αιώνες, που να μη συνδέθηκε στον ένα ή στον άλλο βαθμό με τη δημόσια αναστοχαστική λειτουργία του πανεπιστημίου που προαναφέραμε. Λειτουργία συνυφασμένη με το πανεπιστημιακό άσυλο και το αυτοδιοίκητο.
Ας θυμηθούμε τις μαζικές αντιιμπεριαλιστικές ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις της νεολαίας (φοιτητιώσας και μη) εντός και πέριξ των πανεπιστημίων σε όλο τον κόσμο κατά το δεύτερο μισό του 20ου αι., τους ηρωικούς αγώνες της φοιτητιώσας νεολαίας στην ΕΠΟΝ, στο ΕΑΜ, στον ΕΛΑΣ, στο ΔΣΕ, στη Νεολαία Λαμπράκη κ.λπ. Σταθμός στη νεότερη ιστορία της χώρας μας είναι η αντιιμπεριαλιστική-αντιφασιστική εξέγερση του Πολυτεχνείου κατά της χούντας, για την αιματηρή καταστολή της οποίας το καθεστώς χρησιμοποίησε και τεθωρακισμένα. Αυτό το ιστορικό φορτίο ωμής παραβίασης του ασύλου από ένα στυγνό δικτατορικό ξενοκίνητο καθεστώς, έχει αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα του στο θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου, η προάσπιση του οποίου είναι κυριολεκτικά βαμμένη με αίμα.
Η νυν προσπάθεια ολικής κατάργησής του, παρά τον νεοφιλελεύθερο/τεχνοκρατικό μανδύα που προσπαθούν να προβάλλουν οι κυβερνώντες, προβάλλει ευθέως ως συνέχεια του πνεύματος της εγκληματικής αιματοβαμμένης καταστολής που διέπραξε η στρατιωτική χούντα το Νοέμβριο του 1973. Στη θέση των τεθωρακισμένων, το νυν καθεστώς χρησιμοποιεί τις χονδροειδείς χειραγωγήσεις/παγίδες που προαναφέραμε, με καταιγιστικά πυρά από τα ΜΜΕ. Η ανάδειξη στο κυβερνητικό σχήμα δεδηλωμένων νοσταλγών και υμνητών της χούντας, επιβεβαιώνει αυτή τη συνέχεια βαθέως κράτους και παρακράτους στο σημερινό πλαίσιο ακροδεξιάς-νεοφιλελεύθερης καταστολής επιστήμης και παιδείας.    
 Ο συνδυασμός των λειτουργιών του πανεπιστημίου που προαναφέραμε δημιουργεί ένα σημαντικό πλαίσιο όχι μόνο προβληματισμού και πολιτισμού, αλλά και δημοσίου ελέγχου και λογοδοσίας της επιστήμης, του πανεπιστημίου και της κοινωνίας, με όρους διαφάνειας, ορθολογικότητας και επιστημονικότητας. Οι λειτουργίες αυτές αντιμετωπίζονται από το καθεστώς ως εμπόδια για την πλήρη μετάβαση στο «επιχειρηματικό πανεπιστήμιο», στο «πανεπιστήμιο-επιχείρηση». Του χρειάζεται ένα πανεπιστήμιο-στρατηγικό όργανο για τη λεηλασία επιστήμης και επιστημόνων από το κεφάλαιο, πλήρως χειραγωγημένο, αποστειρωμένο, αστυνομοκρατούμενο, χωρίς το παραμικρό στοιχείο δημοσίου διαλόγου, κοινωνικού ελέγχου και λογοδοσίας, με απόν από αυτό κάθε κοινωνικό κίνημα και διεκδίκηση. Θα τους το επιτρέψουμε; 
Η αυθεντική επιστήμη και παιδεία είναι δραστηριότητες και θεσμοί που επαναστατικοποιούν την παραγωγή και το σύνολο των δημιουργικών δυνάμεων της ανθρωπότητας. Ο αγώνας για την ανάπτυξη έρευνας, τεχνολογίας και πανεπιστημίου στην υπηρεσία της κοινωνίας είναι συνυφασμένος με τον αγώνα για την ενοποίηση της ανθρωπότητας, ως όρο για την ίδια την επιβίωσή της.

Βιβλιογραφία
Δαφέρμος, Μ., Σάαντ, Ρ. Επιστήμη και ανθρωπισμός. Αριστερή ανασύνταξη, Τεύχ.6, 1995, σελ.75-86.
Κάτσικας, Χ. (2019). Είναι οι Έλληνες φοιτητές φυγόπονοι και «αιώνιοι»; PROlogos.gr, 7.2.2019.
Πατέλης, Δ. (2002). Η παιδεία ως συνιστώσα της δομής και της ιστορίας. Εκπαίδευση και αξιολόγηση, στο: Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Ποιος, ποιον και γιατί. Επιμ.: Χ.Κάτσικας-Γ.Καββαδίας, Αθήνα: Σαββάλα, σελ. 53-97.
Πατέλης, Δ.(2007). Η λογική της ελεύθερης έρευνας και η υπαγωγή επιστήμης και παιδείας στο κεφάλαιο. 5ο Διεπιστημονικό Διαπανεπιστημιακό Συνέδριο του Εθνικού Μετσοβείου Πολυτεχνείου και του Μετσοβίου Κέντρου Διεπιστημονικής Έρευνας (ΜΕ.Κ.Δ.Ε.) του Ε.Μ.Π. "Παιδεία, έρευνα, τεχνολογία. Από το χθες στο αύριο", Μέτσοβο, 27-30 Σεπτεμβρίου 2007.
Πατέλης, Δ. (2008). Η Επιστήμη Βορά στο Ιδιωτικό Επιχειρείν. Προβληματισμοί εξ Αφορμής του «Θεσμικού Πλαισίου Έρευνας και Τεχνολογίας…». Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 153, 4-5, 45-67.
Πατέλης, Δ. (2019). Έρευνα, τεχνολογία και προοπτική ενοποίησης της ανθρωπότητας. Η ερευνητική και τεχνολογική δραστηριότητα στη διαλεκτική της αλληλεπίδρασης της ανθρωπότητας με τη φύση. Αθήνα: Κ.Ψ.Μ.




[1] Σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση της Αρχής Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας στην Ανώτατη Εκπαίδευση (ΑΔΙΠ), από τις 30 ευρωπαϊκές χώρες του δείγματος, «η Ελλάδα έχει το δεύτερο μεγαλύτερο μέσο όρο φοιτητών/διδασκόντων για το 2014, που είναι υπερδιπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Δηλαδή, ο μέσος όρος στην Ελλάδα είναι 44,5 φοιτητές προς έναν καθηγητή, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 18,6» (Κάτσικας, 2019).